Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Οι τρεις βασικές διαστάσεις της επικοινωνίας



                                                                 από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο

Υπάρχει μια ιδιότητα της συμπεριφοράς που, αν και θεμελιώδης, συχνά παραγνωρίζεται από τους περισσότερους από εμάς: Η συμπεριφορά δεν έχει αντίθετο. 
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μη συμπεριφορά. Δηλαδή, κανείς δεν μπορεί να μη συμπεριφέρεται. 

Αν, λοιπόν, αποδεχτούμε ότι κάθε συμπεριφορά σε μια κατάσταση αλληλεπίδρασης έχει αξία μηνύματος, δηλαδή είναι επικοινωνία, συνεπάγεται ότι όσο και να προσπαθήσει κανείς, δεν μπορεί να μην επικοινωνεί. Η δραστηριότητα ή η απραξία, τα λόγια ή η σιωπή, έχουν όλα αξία μηνύματος: επηρεάζουν άλλους και αυτοί οι άλλοι με τη σειρά τους δεν μπορούν να μην ανταποκριθούν σε αυτές τις επικοινωνίες και, συνεπώς, επικοινωνούν και οι ίδιοι. Η απλή απουσία συζήτησης ή το να μη δίνουμε σημασία στον άλλο δεν αποτελούν εξαιρέσεις. 
Για παράδειγμα, ο άνθρωπος που τρώει σε ένα εστιατόριο και κοιτάζει κατευθείαν μπροστά του, ο επιβάτης σε ένα τρένο που κάθεται με μάτια κλειστά, επικοινωνούν το ίδιο μήνυμα: ότι δεν θέλουν να μιλήσουν σε κανέναν ούτε να τους μιλήσει κανείς και οι διπλανοί τους συνήθως «παίρνουν το μήνυμα» και ανταποκρίνονται κατάλληλα, αφήνοντάς τους ήσυχους. Αυτό είναι μια ανταλλαγή επικοινωνίας στον ίδιο το βαθμό που είναι και μια ζωηρή συζήτηση!
Επίσης, δεν μπορούμε να πούμε ότι επικοινωνία υπάρχει μόνο όταν είναι ηθελημένη, συνειδητή ή επιτυχής, δηλαδή όταν έχει ως συνέπεια την αμοιβαία κατανόηση. Το αν το μήνυμα που στέλνει κάποιος λαμβάνεται από κάποιον άλλο δεν αποτελεί παράγοντα που καθορίζει τη μη ύπαρξη επικοινωνίας.
Επομένως: Κανείς δεν μπορεί να μην επικοινωνεί ή όλα είναι επικοινωνία.


Επιπλέον, μια επικοινωνία όχι μόνο μεταβιβάζει πληροφορίες, αλλά, ταυτόχρονα, επιβάλλει συμπεριφορά. Δηλαδή, η επικοινωνία έχει δύο λειτουργίες, την πλευρά της «αναφοράς» και την πλευρά της «εντολής». Η πλευρά της «αναφοράς» ενός μηνύματος μεταβιβάζει πληροφορίες και αποτελεί το περιεχόμενο του μηνύματος, δηλαδή τι λέμε. Από την άλλη, η πλευρά της «εντολής» αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκληφθεί το μήνυμα και αναφέρεται στη σχέση των ατόμων που επικοινωνούν. Για παράδειγμα, όταν μαθαίνουμε οδήγηση, τα μηνύματα: «Είναι σημαντικό να αφήνεις το συμπλέκτη του αυτοκινήτου σιγά και μαλακά» και «Άφησε απλώς το συμπλέκτη, θα αναπτύξεις αμέσως ταχύτητα» έχουν κατά προσέγγιση το ίδιο πληροφοριακό περιεχόμενο (πλευρά της αναφοράς), ωστόσο, προφανώς και ορίζουν πολύ διαφορετικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων που επικοινωνούν. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις σπάνια ορίζονται εσκεμμένα ή με πλήρη επίγνωση. Με λίγα λόγια, όταν οι άνθρωποι επικοινωνούν, σχολιάζουν αναπόφευκτα τη σχέση τους.
Συνεπώς: Κάθε επικοινωνία έχει δύο πλευρές: την πλευρά του περιεχομένου και την πλευρά της σχέσης.

Μια άλλη βασική διάσταση της επικοινωνίας είναι ότι συντελείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: το ψηφιακό επίπεδο και το αναλογικό επίπεδο. Το ψηφιακό επίπεδο αφορά το λεκτικό κομμάτι της επικοινωνίας και το αναλογικό επίπεδο συνδέεται με το μη λεκτικό κομμάτι της επικοινωνίας. Το λεκτικό κομμάτι της επικοινωνίας αφορά το τι λέγεται και το αναλογικό/μη-λεκτικό τον τρόπο με τον οποίο λέγεται.
Τι είναι όμως αναλογική επικοινωνία; Η απάντηση είναι απλή: είναι ουσιαστικά κάθε μη λεκτική επικοινωνία. Ωστόσο, ο όρος αυτός είναι παραπλανητικός, επειδή συχνά ταυτίζεται μόνο με τις κινήσεις του σώματος. Ξέρουμε, ωστόσο, όμως ότι στοιχεία όπως, η στάση του σώματος, οι χειρονομίες, η έκφραση του προσώπου, η διαβάθμιση και η ένταση της φωνής, ο ρυθμός της ομιλίας, η σειρά/ακολουθία όσων λέγονται εμπλουτίζουν σημαντικά το περιεχόμενο όσων λέμε εμείς ή ο συνομιλητής μας. Μάλιστα, φαίνεται ότι συχνά η αναλογική επικοινωνία παραπέμπει πιο άμεσα σε αυτό που αντιπροσωπεύει. Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε με το εξής παράδειγμα: Αν ακούσουμε κάποιον να μιλά μια ξένη γλώσσα στο ραδιόφωνο, δεν θα επιτύχουμε την κατανόησή της. Ωστόσο, αν βλέπουμε κάποιον να μιλά μια ξένη γλώσσα, είναι πιθανότερο να μπορέσουμε να αντλήσουμε κάποιες βασικές πληροφορίες από την παρακολούθηση της «αναλογικής» γλώσσας.
Επομένως: Οι άνθρωποι επικοινωνούν ψηφιακά (λεκτικά) & αναλογικά (μη λεκτικά).

Παραπομπές:
Ivey, Gluckstern & Ivey «Συμβουλευτική μέθοδος πρακτικής προσέγγισης» Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα.

Watzlawick, Bavelas & Jackson «Ανθρώπινη επικοινωνία και οι επιδράσεις της στη συμπεριφορά» Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα.



Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Τύποι γονεϊκότητας



από την Όλγα Μάντη, MSc εξελικτική & σχολική ψυχολόγο


Όπως κάθε άτομο είναι μοναδικό, έτσι και κάθε οικογένεια. Ο τύπος γονεϊκότητας αναφέρεται στο σύνολο των συμπεριφορών των γονέων προς τα παιδιά τους, στις πρακτικές που υιοθετούν για να μεγαλώσουν το παιδί τους.
Σημαντικές διαστάσεις είναι ο έλεγχος και η συναισθηματική ζεστασιά. Ο γονεϊκός έλεγχος αναφέρεται στις απαιτήσεις των γονιών προς τα παιδιά, να ενσωματωθούν στην οικογένεια και να ωριμάσουν, επιθεωρώντας, ελέγχοντας και τιμωρώντας τα όταν δεν υπακούουν. Η συναισθηματική ζεστασιά αναφέρεται στο βαθμό που οι γονείς ενθαρρύνουν την ατομικότητα, την αυτορρύθμιση και την αυτοπεποίθηση, όντας υποστηρικτικοί και ευαίσθητοι στις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών τους.
Ο γονεϊκός έλεγχος και η συναισθηματική ζεστασιά των γονέων επηρεάζουν άμεσα την επιθετικότητα και την προκοινωνική συμπεριφορά των παιδιών, την αυτοαντίληψή τους, την εσωτερίκευση των ηθικών αξιών και την ανάπτυξη της κοινωνικής επάρκειας.

Οι ερευνητές έχουν κατηγοριοποιήσει τέσσερις τύπους γονεϊκότητας:
1.      αυστηρός/ δημοκρατικός/αυθεντικός τύπος γονεϊκότητας
2.      αυταρχικός τύπος γονεϊκότητας
3.      επιτρεπτικός τύπος γονεϊκότητας
4.      αδιάφορος τύπος γονεϊκότητας



Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι αυτοί οι τύποι αποτελούν γενικές και όχι απόλυτες τάσεις.

- αυστηρός τύπος γονεϊκότητας: 
Οι γονείς είναι ανοιχτοί στην επικοινωνία με τα παιδιά και έχουν σταθερούς αλλά όχι άκαμπτους κανόνες. Οι αυστηροί γονείς αναγνωρίζουν την ανάγκη του παιδιού τους για έλεγχο και ατομικότητα, θεωρούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων και των παιδιών συμπληρωματικές και χαρακτηρίζονται από ευαισθησία στις ικανότητες των παιδιών και κατανόηση για τα αναπτυξιακά βήματα που πρέπει να κάνουν. Οι μέθοδοι πειθαρχίας τους είναι περισσότερο υποστηρικτικές παρά τιμωρητικές. Επιθυμούν τα παιδιά τους να είναι υπεύθυνα και συνεργάσιμα. Έχει βρεθεί ότι τα παιδιά τους έχουν ικανοποιητική λειτουργικότητα ως προς τις περισσότερες πλευρές της ζωής. Είναι καλύτερα προσαρμοσμένα, πιο αυτάρκη, βασίζονται περισσότερο στον εαυτό τους, έχουν αυτοέλεγχο, είναι κοινωνικά επαρκή, με καλύτερη σχολική επίδοση και περισσότερη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση.

 -αυταρχικός τύπος γονεϊκότητας: 
Οι γονείς δίνουν διαταγές και περιμένουν από τα παιδιά να τις υπακούσουν χωρίς να δίνουν εξηγήσεις. Αυτοί οι γονείς δημιουργούν οικογένειες με οργάνωση και ξεκάθαρους κανόνες. Οι γονείς έχουν λίγη επικοινωνία με τα παιδιά τους και άκαμπτους κανόνες. Επιτρέπουν ελάχιστη ανεξαρτησία. Τα παιδιά τα πάνε μέτρια στο σχολείο, δεν εκδηλώνουν προβλήματα συμπεριφοράς, έχουν φτωχότερες κοινωνικές δεξιότητες, χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης. Συχνά είναι αποσυρμένα, φοβισμένα, δύσθυμα, μη διεκδικητικά και ευερέθιστα. Μπορεί να επαναστατούν και να εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά.

 -επιτρεπτικός τύπος γονεϊκότητας: 
Δεν είναι παραδοσιακοί γονείς, δεν επιδιώκουν την ωριμότητα και αποφεύγουν τους τσακωμούς με τα παιδιά τους. Οι γονείς θέτουν λίγους ή κανέναν περιορισμό στο παιδί και προσφέρουν αγάπη άνευ όρων. Προσφέρουν ελευθερία αλλά περιορισμένη καθοδήγηση. Δίνουν τη δυνατότητα στα παιδιά να επικοινωνήσουν μαζί τους. Αν και η επιτρεπτικότητα είναι το αντίθετο του περιορισμού, δεν φαίνεται να προκαλεί πάντα αντίθετα αποτελέσματα. Τα παιδιά επιτρεπτικών γονέων συχνά χαρακτηρίζονται ως «δύσκολα». Τείνουν να είναι επιθετικά και επαναστατημένα, έχουν δύσκολη κοινωνική προσαρμογή, δείχνουν επιείκεια προς τον εαυτό τους και είναι παρορμητικά. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να είναι δραστήρια, φιλικά και δημιουργικά.

 -αδιάφορος τύπος γονεϊκότητας: 
Οι γονείς κρατούν σε απόσταση τα παιδιά τους και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους μόνο για να σταματήσουν αυτά να ζητούν. Δεν θέτουν όρια και λείπει η στοργή για τα παιδιά. Είναι συναισθηματικά απόμακροι, επικεντρώνονται στις δικές τους δυσκολίες και δεν απομένει ενέργεια για τα παιδιά τους. Στην περίπτωση που οι γονείς συμπεριφέρονται με εχθρότητα προς τα παιδιά αυτά τείνουν να εκδηλώνουν έντονες καταστρεπτικές παρορμήσεις και παραβατική συμπεριφορά.

Η μελέτη των τύπων γονεϊκότητας στηρίχτηκε σε μελέτες που έγιναν σε οικογένειες λευκών μεσαίας τάξης κυρίως δυτικού τύπου κοινωνιών. Έχει βρεθεί ότι οι επιπτώσεις του τύπου γονεϊκότητας στα παιδιά μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από πολιτισμό σε πολιτισμό και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας τύπος είναι οικουμενικά ο καλύτερος. 


Βιβλιογραφική πηγή: Παππά Β. (2006). Επάγγελμα γονέας. Ψυχολογικοί τύποι γονέων και συμπεριφορά παιδιών και εφήβων, Εκδόσεις Καστανιώτη.

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Νανουρίσματα



από την Όλγα Μάντη, MSc εξελικτική & σχολική ψυχολόγο


Νάνι, το παιδί μου, νάνι
Που δεν ήθελε νερό
Τ’ άλογό μας το μεγάλο
Αχ! καρδούλα μου ποιος ξέρει
Τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό

(Φ.Γ. Λόρκα, Νανούρισμα, Ματωμένος Γάμος, απόδοση Ν.Γκάτσος)


Το νανούρισμα αποτελεί μια ιδιαίτερη στιγμή συνδιαλλαγής ανάμεσα στον ενήλικο και στο παιδί. Ο ρυθμός συνδυάζεται με λέξεις. Οι λέξεις μιλούν για τον αποχωρισμό, το φόβο, την απουσία, αλλά και τη ζεστασιά, την παρηγοριά που χρειάζεται για να περάσει κανείς στη χώρα των ονείρων. Το παιδί πριν αποκοιμηθεί αισθάνεται συνήθως ένταση, εκνευρισμό, φόβο. Το νανούρισμα  του δίνει το αίσθημα της ασφάλειας που χρειάζεται για να κοιμηθεί, η φωνή το «σκεπάζει». Η φωνή του ενήλικα βοηθάει στη μετάβαση από τη διέγερση στη χαλάρωση, από την εγρήγορση στον ύπνο.


Τα νανουρίσματα ανήκουν σε μια παγκόσμια κληρονομιά, μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και ερμηνεύονται από τον κάθε γονιό διαφορετικά. Οι γονείς ή τα ενήλικα μέλη της κοινότητας μεταφέρουν σε αυτά ένα δικό τους κομμάτι.

Κοιμήσου μικρέ άντρα, κοιμήσου παιδί μου
Ο μπαμπάς θα έρθει το πρωί
Κοιμήσου παιδί μου, κοιμήσου γιέ μου
Κοιμήσου, ο μπαμπάς έρχεται από τα βουνά

(Νανούρισμα Ζουλού, Β. Αφρική)

Στη Βόρεια Αφρική συνηθίζεται οι μητέρες να αποκοιμίζουν τα μωρά τους τραγουδώντας, καθώς τα χαϊδεύουν απαλά στην πλάτη.
Στη φυλή των Πυγμαίων το καθήκον του νανουρίσματος έχουν αναλάβει οι άντρες, συνδυάζοντας τις φωνές των γεροντότερων και των νεότερων.
Στη Ρουάντα απαγορεύεται να προτρέψει κανείς ένα μωρό να κοιμηθεί γιατί θεωρείται ότι έτσι κινδυνεύει να πεθάνει. Για αυτό το λόγο τα νανουρίσματα ονομάζονται «παρηγορίες», δηλαδή, τραγούδια που διώχνουν τα δάκρυα αλλά δεν προτρέπουν να κοιμηθείς.
Τα νανουρίσματα χρησιμοποιούν επαναλαμβανόμενες συλλαβές, όπως νάνι – νάνι. Τα λόγια μιλούν για το παιδί αλλά και για τον ενήλικο, την ιστορία του, δίνουν υποσχέσεις στο παιδί, μιλούν για τις δυσκολίες της ζωής αλλά και για τις ελπίδες για το παιδί.

Κοιμήσου συ, μωράκι μου, σε κούνια καρυδένια
σε ρουχαλάκια κεντητά και μαργαριταρένια.
Έλα Χριστέ και Παναγιά και πάρ’ το στους μπαξέδες
και γέμισε τους κόρφους του λουλούδια, μενεξέδες.
Κοιμήσου συ, παιδάκι μου, κι η μοίρα σου δουλεύει
Και το καλό σου ριζικό σου κουβαλεί και φέρνει.


Αλλά για το παιδί που δεν θέλει να κοιμηθεί υπάρχουν ακόμα και φοβέρες και προσταγές. Στη Γαλλία ο “Le Grand Lustucru” αρπάζει τα παιδιά που δεν θέλουν να κοιμηθούν και τα τρώει ζωντανά, αλλά η μαμά θα τον κυνηγήσει λέγοντάς του να ψάξει αλλού το γεύμα του, γιατί τα παιδιά ετοιμάζονται να κλείσουν τα μάτια τους. Στην Πορτογαλία ο Papanegro τριγυρνάει στις στέγες των σπιτιών με μοχθηρό βλέμμα. Πρέπει να τον κυνηγήσουν για να αφήσει τα παιδιά να κοιμηθούν ήρεμα.

Νάνι- νάνι μικρό μωράκι
Αλλιώς ο μπαμπούλας θα έρθει και θα σε πάρει
Η μαμά είναι στον κήπο
Ο μπαμπάς λείπει στη δουλειά

(Νανούρισμα, Βραζιλία)

Σε μερικές χώρες της Αφρικής η λέξη νανούρισμα δεν υπάρχει καθώς τα μωρά «νανουρίζονται» όλη την ημέρα στην πλάτη των μαμάδων τους και αποκοιμιούνται με ρυθμικά τραγούδια που λένε την ώρα που αλέθουν τα δημητριακά. Αλλά το παιδί δεν νανουρίζεται και μέσα στην κοιλιά της μαμάς του με έναν ακανόνιστο και διακεκομμένο ρυθμό από τους ήχους που κάνουν οι δυο καρδιές τους;



Βιβλιογραφική πηγή: 
Chantal Grosleziat (2012). Τα βρέφη και η μουσική, University Studio Press.





Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για την ανεργία;

από την Όλγα Μάντη, MSc εξελικτική & σχολική ψυχολόγο


Τον τελευταίο καιρό βλέπετε συνάδελφους, φίλους και συγγενείς να χάνουν τη δουλειά τους. Τελικά έφτασε και η σειρά σας. Εκτός από τα υπόλοιπα άγχη, ως γονείς είναι φυσικό να σκέπτεστε τι αντίκτυπο θα έχει αυτό στο παιδί σας και πώς να το χειριστείτε.

Είναι απαραίτητο να μιλήσετε γι’ αυτό στο παιδί;
Είναι απαραίτητο, γιατί δεν πρόκειται για μια μικρή αλλαγή, αλλά για μια σημαντική αναστάτωση στη ζωή σας. Στο εξής θα περνάτε περισσότερο χρόνο στο σπίτι και θα χρειαστεί να ψάξετε για άλλη δουλειά, κάτι που δεν θα περάσει απαρατήρητο από το παιδί. Κάθε παιδί χρειάζεται ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη για να συγκροτηθεί ψυχικά. Ωστόσο, ειλικρίνεια δεν σημαίνει να μοιράζεστε κάθε λεπτομέρεια και να δίνετε εξηγήσεις που το παιδί δεν μπορεί να κατανοήσει. Είναι ανάγκη να μιλήσετε στο παιδί με λόγια κατάλληλα για την ηλικία του, ώστε να καταλάβει.

Πότε να μιλήσετε στο παιδί;
Θα ήταν καλό να μιλήσετε στο παιδί μόλις λάβετε την προειδοποίηση από τη δουλειά σας, ώστε να του δώσετε το χρόνο να σκεφτεί και να συνηθίσει την αλλαγή αυτή.


Πώς να μιλήσετε;
Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιείτε δραματικές εκφράσεις που θα ανησυχήσουν υπερβολικά το παιδί. Αντί να πείτε: «έμεινα άνεργος/η!» μπορείτε να εξηγήσετε ότι σε λίγο καιρό δεν θα έχετε πια τη δουλειά που είχατε και θα πρέπει να βρείτε μια άλλη δουλειά. Εξηγείστε, επίσης, ότι θα βρίσκεστε στο σπίτι περισσότερο από πριν και ότι θα έχετε ραντεβού για να βρείτε καινούρια δουλειά.

Πώς να χειριστείτε την αλλαγή στα οικονομικά;
Οι οικονομικοί πόροι της οικογένειας θα μειωθούν κατά πολύ. Ωστόσο, αποφύγετε να πείτε «τέρμα οι κούκλες, γιατί είμαι άνεργος/η». Δεν χρειάζεται βέβαια να θυσιαστείτε για να συνεχίσετε να του αγοράζετε παιχνίδια όπως πριν. Είναι σημαντικό το παιδί να είναι ενήμερο για την κατάσταση και να μοιράζεται τις δυσκολίες της οικογένειας μαζί σας.

Πώς να χειριστείτε τα συναισθήματά σας;
Το παιδί αισθάνεται το άγχος σας και τη στενοχώρια, ακόμα κι αν εσείς προσπαθείτε να μη δείχνετε τίποτα. Είναι σημαντικό να του μιλήσετε με λίγα λόγια για την ανησυχία σας, καθησυχάζοντας το, λέγοντας πως είναι μια δύσκολη κατάσταση για εσάς, αλλά έχετε σχέδια για το μέλλον. Μείνετε όσο πιο δραστήριοι μπορείτε στην καθημερινή σας ζωή, κρατώντας τα ωράριά σας. Εξηγείστε στο παιδί μαζί με το/τη σύζυγό σας ότι η αξία ενός ανθρώπου δεν εξαρτάται μόνο από το επάγγελμά του. Υπενθυμίστε του ότι εκείνο δεν φταίει γι’ αυτή την κατάσταση.

Ωστόσο, αποφύγετε να του εμπιστευτείτε όλα τα προβλήματα και τα άγχη σας. Κάθε παιδί που βλέπει τον γονιό του σε δύσκολη κατάσταση θέλει να τον παρηγορήσει και να τον βοηθήσει. Αυτό όμως ούτε μπορεί να το αναλάβει ούτε και πρέπει, καθώς κλονίζεται το αίσθημα ασφάλειας του. Οι γονείς είναι υπεύθυνοι για τα παιδιά τους, όχι το αντίστροφο. Καλό θα ήταν σε μια τέτοια κατάσταση ο γονιός να βρει έναν άλλο συμπαραστάτη, έναν ώμο για να ακουμπήσει.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Ο κύκλος ζωής της οικογένειας

                                                    από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο 


Ένα βασικό χαρακτηριστικό των οικογενειών είναι η μεταβλητότητά τους στο χρόνο, καθώς και το γεγονός ότι βρίσκονται σε διαρκή ανάπτυξη, μεγάλωμα και αλλαγή. Ακόμα και αν για τους περισσότερους από εμάς μοιάζει η οικογένεια να είναι μια σταθερά, όπου λίγα πράγματα αλλάζουν, αυτή η ιδέα δεν αντανακλά την πραγματικότητα. Γιατί η οικογένειά μας αλλάζει συνεχώς, όντας σε αλληλεπίδραση με το χρόνο, νέα πρόσωπα προστίθενται, παλιά φεύγουν, οι σχέσεις τροποποιούνται και οι ρόλοι βρίσκονται σε διαρκή εναλλαγή.

Ο κύκλος ζωής της οικογένειας αποτελεί μια συνοπτική περιγραφή της εξέλιξής της η οποία επισημαίνει τις σημαντικές διαδικασίες και αλλαγές που χρειάζεται να γίνουν προκειμένου να υπάρχει επιτυχής εξέλιξη της οικογένειας. Σκεφτείτε το σαν έναν τρόπο να δούμε ποια είναι τα σημεία εκείνα που μας λένε ότι συμβαίνει μια σημαντική αλλαγή που μπορεί να φέρει μια έστω και πρόσκαιρη «αναστάτωση» και μας καλεί σε προσαρμογή. 

Ποιος είναι, λοιπόν, ο κύκλος ζωής μιας οικογένειας; Ποια είναι τα στάδια που διέρχεται; Τι είδους μεταβάσεις γίνονται και ποιες οι συναισθηματικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα; Σε ποια επίπεδα χρειάζεται να γίνουν αλλαγές έτσι ώστε τα μέλη μιας οικογένειας να καταφέρνουν να προσαρμόζονται ικανοποιητικά;


Κατά το πρώτο στάδιο, το νεαρό άτομο φεύγει από το σπίτι και αναλαμβάνει την οικονομική και συναισθηματική ευθύνη του εαυτού του. Είναι η περίοδος που καλείται να διαμορφώσει τους προσωπικούς του στόχους και να αποκτήσει υπόσταση ως «άτομο» με δικά του όνειρα, ιδέες, φιλοδοξίες. Όταν, λοιπόν, ξεκινά ουσιαστικά η διαδικασία συναισθηματικής διαφοροποίησης από οικογένεια που προέρχεται. Εξίσου σημαντική είναι η δημιουργία στενών σχέσεων με συνομηλίκους, καθώς και η εξασφάλιση οικονομικής ανεξαρτησίας σε συνδυασμό με την απόκτηση εργασίας.

Στη συνέχεια, πραγματοποιείται η ένωση δύο οικογενειών (συνήθως) μέσα από το γάμο, οπότε και έχουμε το νέο ζευγάρι. Η δέσμευση στο καινούριο σύστημα, το συζυγικό, είναι εξαιρετικής σημασίας συναισθηματική διαδικασία που απαιτεί από τους συντρόφους να ορίσουν επαρκώς τη σχέση τους, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους και το επίπεδο της διαπερατότητας σε σχέση με τρίτους, για παράδειγμα το βαθμό στον οποίο επιτρέπουν την παλιά τους οικογένεια να εισέρχεται στη νέα οικογένεια. Αναμφίβολα, η διαπραγμάτευση μεταξύ των συζύγων όλων αυτών των ζητημάτων, θα επιφέρει και αλλαγή στις σχέσεις με την ευρύτερη οικογένεια, αλλά και τους φίλους.

Όταν η οικογένεια αποκτά παιδιά, καταρχήν χρειάζεται να «υποδεχτεί» αυτά τα νέα μέλη. Και η υποδοχή αυτή περιλαμβάνει μια σειρά προσαρμογών, από τη συναισθηματική επένδυση στο ρόλο του γονέα, την πιθανή αλλαγή στο εργασιακό κομμάτι ως την αναπροσαρμογή των σχέσεων με τους γονείς από την παλιά οικογένεια, οι οποίοι και αυτοί χρειάζεται να «αναβαθμιστούν» από «γονείς» σε «παππούδες». Σίγουρα, το να «κάνει χώρο» το ζευγάρι για να εισχωρήσει το παιδί, είναι πρωταρχικής σημασίας. Οι γονείς καλούνται σε συνεργασία για το μεγάλωμα των παιδιών σε θέματα οικονομικά και οικιακών υποχρεώσεων και η συνεργασία αυτή και οι διακανονισμοί που γίνονται μπορούν εν δυνάμει να ασκήσουν συναισθηματικές πιέσεις στους συντρόφους. Αναμφίβολα, είναι μια περίοδος ολικής αναπροσαρμογής σε επίπεδο σχέσεων και ρόλων.

Κατά το επόμενο στάδιο, όταν η οικογένεια έχει παιδιά στην εφηβεία, ξεκινά η διαδικασία εξατομίκευσης των παιδιών, αυτή η στιγμή που σιγά-σιγά αφήνουν τη γονική ασφάλεια και σιγουριά και καλούνται να ανεξαρτητοποιηθούν, να καταλάβουν ποιοι είναι και τι θέλουν, να ορίσουν επαρκώς τον εαυτό τους, να βάλουν τα όρια του «εγώ» τους, διαδικασία που θα οδηγήσει σταδιακά στην ενηλικίωσή τους. Οι γονείς χρειάζεται να γίνουν παράλληλα «γονείς ενηλίκων», να δείξουν ευελιξία και διαλλακτικότητα, για να διευκολύνουν τους εφήβους και πιθανά στρέφονται ξανά σε θέματα επαγγελματικής σταδιοδρομίας και σε θέματα της μεταξύ τους σχέσης. 

Όταν τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι όλη η οικογένεια χρειάζεται να προσαρμοστεί σε νέους τύπους σχέσεων. Η περίοδος αυτή μπορεί να διαφανεί ιδιαίτερα δύσκολη για το ζευγάρι που μπορεί να νιώσει ότι χάνει σημαντικό κομμάτι του ρόλου του, ιδιαίτερα αν ο γονικός ρόλος είχε προηγουμένως «καταλάβει» όλους τους υπόλοιπους. Αυτό μπορεί να φέρει στην επιφάνεια σχεσιακές δυσκολίες του ζευγαριού, το οποίο καλείται να επαναδιαπραγματευθεί τη σχέση του. Από την άλλη οι σχέσεις γονέων-παιδιών χρειάζεται να γίνουν σχέσεις ενηλίκων προς ενήλικες, να δοθεί χώρος σε περίπτωση που τα παιδιά παντρευτούν, ώστε να συμπεριληφθούν οι νέες οικογένειες, ενώ συχνή σε αυτή τη φάση είναι η αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας και ο θάνατος των γονέων του ζευγαριού.

Στο τελικό στάδιο, η οικογένεια διανύει την ώριμη ηλικία και σε συνδυασμό με την αποδοχή των αλλαγών στους ρόλους, σημαντικά ζητήματα είναι η φροντίδα για την υγεία του κάθε συντρόφου και η υποστήριξη του ηλικιωμένου πια ζευγαριού από τα παιδιά του με τρόπο που να μην παρεμποδίζεται η δική τους ζωή. Αναμφίβολα, ο θάνατος αποτελεί κεντρικό ζήτημα, είτε συζητιέται είτε όχι, και το άτομο καλείται να αντιμετωπίσει τη θνητότητά του, να αντιμετωπίσει τον πιθανό θάνατο του συντρόφου του και να ευαισθητοποιηθεί στο θέμα του προσωπικού θανάτου.

Να σημειωθεί ότι τα συγκεκριμένα στάδια αποτελούν έναν τρόπο για να δούμε την οικογένεια, και όχι το μοναδικό, καθώς η οικογενειακή ζωή δεν ξεκινάει από ένα συγκεκριμένο σημείο, ούτε έχει ξεκάθαρο τέλος. Η εξέλιξη της οικογένειας είναι πολύ πιο πολύπλοκη.



Βιβλιογραφική πηγή:
McGoldrick, M. (1989). The chaniging family life cycle. Boston: Alyn & Bacon.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

91 εκατοστά...από τον εαυτό μου





Τι είναι η σχιζοφρένεια; 
Πώς μπορεί να σκέφτεται και να νιώθει ένας άνθρωπος με μια ψυχική νόσο;
Πώς περιγράφει την εμπειρία του; 
Πώς τον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι γύρω του; 


Αυτά είναι μερικά από τα θέματα που προσεγγίζει το βίντεο, περιγράφοντας μέσα από μια ιδιαίτερη μεταφορά την εμφάνιση μιας ψυχικής νόσου στη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου.  


                                   Skhizein του Jeremy Clapin                  


Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Οι καβγάδες των γονιών και το παιδί


από την Όλγα Μάντη, MSc Εξελικτική και Σχολική Ψυχολόγο


Επειδή όλα τα ζευγάρια τσακώνονται κάποιες φορές, σχεδόν όλα τα παιδιά θα δουν τους γονείς τους να μαλώνουν κάποια στιγμή.
Αν καταφέρετε να αντιδράσετε κατάλληλα το παιδί σας μπορεί να πάρει ένα σημαντικό μάθημα για το πώς επιλύονται οι διαφωνίες με υγιή τρόπο. Ωστόσο, συνήθως αυτές οι καταστάσεις έχουν αρνητική επίδραση στο συναισθηματικό κόσμο των παιδιών. Η πιο συνηθισμένη αγωνία των παιδιών είναι να βλέπουν τους γονείς τους να μαλώνουν. Αναφέρουν ότι τα κάνει να νιώθουν ανήσυχα, φοβισμένα και μπερδεμένα. Ανησυχούν μήπως φταίνε τα ίδια για τον καβγά ή μήπως οι γονείς χωρίσουν. Τα παιδιά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ένα μικρό καβγαδάκι για τα πιάτα από μια σοβαρή διαφωνία που απειλεί τη σταθερότητα της σχέσης σας.

Οι περισσότεροι γονείς τσακώνονται για παρόμοια θέματα. Είναι συνηθισμένο ο ένας γονιός να έχει διαφορετικές ιδέες για τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού από τον άλλο. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να δέχεται το παιδί του να τρώει μπροστά στην τηλεόραση, ενώ ο/η σύζυγος να θεωρεί ότι πρέπει όλοι να τρώνε στο τραπέζι. Κάποιοι μπορεί να διαφωνούν αν η καθημερινή μελέτη πρέπει να γίνεται πριν την τηλεόραση ή μετά. Άλλα συνηθισμένα θέματα τσακωμών είναι σχετικά με τις δουλειές του σπιτιού και τα οικονομικά.


Οι διαφωνίες και οι τσακωμοί είναι αναπόφευκτοι λοιπόν. Ωστόσο, για ο,τιδήποτε κι αν μαλώνετε, υπάρχουν πράγματα που μπορείτε να κάνετε και άλλα που μπορείτε να αποφύγετε, ώστε να ελαχιστοποιήσετε την αρνητική επίπτωση στα παιδιά.
Κάνετε συμφωνία με τον/την σύζυγό σας να μην μαλώνετε μπροστά στα παιδιά. Αν υπάρξει μια διαφωνία, σταματήστε την εκεί και συνεχίστε όταν τα παιδιά δεν θα είναι εκεί ή έχουν πάει για ύπνο. Είναι σημαντικό να σταματήσετε αληθινά και να μην συνεχίσετε να αρπάζεστε με το παραμικρό όλη την υπόλοιπη μέρα. Όταν το συζητήσετε αργότερα θα είστε και οι δυο πιο ήρεμοι και θα είναι ευκολότερο να βρείτε μια λύση.
Προσπαθήσετε να συμφωνήσετε σε θέματα διαπαιδαγώγησης. Σίγουρα θα έχετε διαφωνίες αλλά μπορείτε να κάνετε κάποιους συμβιβασμούς από τις δύο πλευρές.
Αν τα παιδιά σας ήταν παρόντα στον καυγά, καθησυχάστε τα λέγοντας ότι αγαπάτε ο ένας τον άλλο και εκείνα. Εξηγείστε τους ότι ο καυγάς δεν είχε σχέση μαζί τους. Ζητήστε συγγνώμη ο ένας από τον άλλο για να δείξετε ότι δεν κρατάτε κακία και είστε εντάξει. Συζητήστε ανοιχτά, ώστε να μάθουν πώς επιλύονται οι διαφορές.
Αν ξέρετε ότι μαλώνετε για συγκεκριμένα θέματα ή ορισμένες ώρες, προσπαθήστε να καθίσετε μόνοι σας και να τα λύσετε όταν θα είστε ήρεμοι. Συζητήστε τι σας εκνευρίζει και πώς μπορείτε να είστε πιο ήρεμοι για να κάνετε το κλίμα στο σπίτι πιο ευχάριστο.
Μην υποθέτετε ότι το παιδί σας είναι πολύ μικρό για να καταλάβει τις λεπτομέρειες του τσακωμού και γι’ αυτό το λόγο δεν θα επηρεαστεί. Ακόμα και τα βρέφη μπορούν να καταλάβουν αν όχι τα λόγια, τα αρνητικά συναισθήματα που υπάρχουν μεταξύ σας.
Μην ζητάτε από το παιδί να διαλέξει «στρατόπεδο». Αυτό μπορεί να προκαλέσει μεγάλο άγχος στο παιδί, κάτι που έχει αρνητικές συνέπειες στον ψυχισμό του.
Αποφύγετε να διαφωνείτε και να τσακώνεστε για τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού μπροστά στο ίδιο το παιδί. Προσπαθήστε αν ο/η σύζυγός σας έχει μια συμπεριφορά με την οποία διαφωνείτε να μην το εκφράσετε μπροστά στο παιδί. Όταν είστε μόνοι μπορείτε να συζητήσετε για αυτά τα θέματα και να συμφωνήσετε, ώστε να παρουσιάζετε μια κοινή στάση στο παιδί.
Αποφύγετε να τσακώνεστε μπροστά στο παιδί για το ποιος είναι σωστός στη διαπαιδαγώγηση και έχει δίκιο. Εξάλλου συνήθως δεν υπάρχει σωστό και λάθος σε αυτές τις καταστάσεις, οπότε θα ήταν καλύτερα να έρθετε σε έναν συμβιβασμό για τα θέματα που διαφωνείτε.

Αποφύγετε να τσακώνεστε συνεχώς για μικρά πράγματα. Είναι σίγουρο πως θα έχετε κάποιες διαφωνίες για σοβαρά θέματα που πρέπει να λύσετε, αλλά δεν χρειάζεται να αρπάζεστε για λεπτομέρειες που δεν έχουν σημασία. Σκεφτείτε πως αν μαλώνετε συχνά για ασήμαντα θέματα, ίσως υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για την εχθρότητα ανάμεσά σας, κάτι για το οποίο δεν μιλάτε.

Αν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στη σχέση σας που δεν καταφέρνετε να λύσετε μεταξύ σας, ίσως θα ήταν καλό να απευθυνθείτε σε κάποιον ειδικό. Τα παιδιά που οι γονείς τους μαλώνουν συχνά έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν συναισθηματικές δυσκολίες και προβλήματα συμπεριφοράς. Επομένως είναι σημαντικό οι γονείς να προσέχουν για αλλαγές στη συμπεριφορά τους που δείχνουν ότι χρειάζονται κάποια βοήθεια.


 Πηγή:
Understanding your child... Parental arguments, The Tavistock & Portman NHS Foundation Trust.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Ψυχογενής ανορεξία: η σχέση με το σώμα


                                                                  από τη Βούλα Χρυσοχοΐδου, MSc Κοινωνική-Κλινική Ψυχολόγο


Η εικόνα που έχουμε για το σώμα μας διαμορφώνεται μέσα από τις αντιλήψεις μας για το μέγεθος του σώματος και τις στάσεις ή/και τα συναισθήματα του μας προς αυτό.

Η διαταραχή της σχέσης του ατόμου με το σώμα του αποτελεί μία από τις κυριότερες εκδηλώσεις της ψυχογενούς ανορεξίας. Οι νεαρές γυναίκες συνήθως παραπονιούνται ότι το σώμα τους δεν έχει το επιθυμητό βάρος ή σχήμα, δυσφορούν ακόμα κι όταν το βάρος τους είναι χαμηλότερο των φυσιολογικών ορίων και εστιάζουν συχνά σε περιοχές όπως το στήθος, οι γλουτοί, η κοιλιά και οι μηροί, τις οποίες αντιλαμβάνονται ως διογκωμένες και δύσμορφες. Η αντίληψη αυτή τις οδηγεί συχνά στο να φορούν φαρδιά ρούχα, για να καλύψουν «τα προβληματικά σημεία» και να αποφύγουν έτσι τα επικριτικά βλέμματα των άλλων, όπως οι ίδιες πιστεύουν.


Το σώμα εξάλλου αποτελεί και ένα βασικό πεδίο σύγκρουσης τόσο με τους άλλους, όσο και με τον ίδιο τους τον εαυτό, καθώς η μεταμόρφωση του αποτελεί τον κύριο στόχο της ύπαρξης τους. Αυτοαξιολογούνται σχεδόν αποκλειστικά από το αν θα καταφέρουν να αποκτήσουν το «ιδανικό σώμα», όπως οι ίδιες το ορίζουν, προβαίνοντας σε περιοριστική διατροφή σε ποσότητα και ποικιλία, σε έντονη σωματική άσκηση και σε προκλητούς εμετούς, χρήση διουρητικών ή καθαρτικών σε περιπτώσεις που προβούν σε υπερφαγικό επεισόδιο. Οι συμπεριφορές αυτές για τον έλεγχο του βάρους και του σχήματος του σώματος μακροπρόθεσμα μπορεί να επιφέρουν αλλαγές μη αναστρέψιμες στην υγεία.


Βιβλιογραφική πηγή:
 Γονιδάκης, Φ. & Βάρσου, Ελ. (2008). Ψυχογενής Ανορεξία. Αθήνα:ΒΗΤΑ Medical Arts. 

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Τα στερεότυπα και πώς επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας

                                                    από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τις αντιλήψεις που σχηματίζουμε για τους άλλους είναι τα στερεότυπα. Πρόκειται για τις τυποποιημένες και απλουστευμένες θετικές ή αρνητικές σκέψεις που συχνά σχηματίζουμε για τους άλλους. Έτσι λοιπόν, όταν χρησιμοποιούμε ένα στερεότυπο, θεωρούμε ότι ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας κατέχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, επειδή θεωρούμε ότι ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα. Επομένως, οδηγούμαστε σε γενικεύσεις και βγάζουμε τα συμπεράσματά μας για έναν άνθρωπο που βλέπουμε με βάση πολυάριθμους παράγοντες όπως π.χ. το χρώμα του δέρματος, τον τρόπο ένδυσης, το θρήσκευμα, τα γκρίζα μαλλιά κ.ά. Αν επικοινωνήσουμε με αυτό το άτομο στηριζόμενοι στο στερεότυπο που έχουμε σχηματίσει, θα είμαστε προκατειλημμένοι απέναντί του και θα δημιουργήσουμε εμπόδια στην επικοινωνία.

 Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πόσο επηρεάζεται η συμπεριφορά μας, όταν λειτουργούμε βάσει στερεοτύπων ή προκαταλήψεων, καθώς έχει ως συνέπεια την υπονόμευση της ικανότητάς μας να αναπτύξουμε και να συντηρήσουμε μία σχέση. Αν μπορέσουμε να αντιληφθούμε ποιες είναι οι νοοτροπίες μας και οι τύποι της συμπεριφοράς μας, θα μπορέσουμε αυτόματα να καταλάβουμε ότι και οι άλλοι άνθρωποι -ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών τους ή της φυλής στην οποία ανήκουν- μπορεί να νιώθουν ή να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, και τελικά να βελτιώσουμε τις πιθανότητες για αποτελεσματική και σωστή επικοινωνία. Κατά αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε να πούμε ή να κάνουμε πράγματα που προσβάλλουν τον άλλο και διαιωνίζουν απηρχαιωμένα ρατσιστικά και σεξιστικά στερεότυπα.


 Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις δεν περιορίζονται μόνο στις επαφές μας με τα μέλη άλλων φυλών, αλλά εμφανίζονται και απέναντι σε ανθρώπους που έχουν κάποια φανερή αναπηρία, καθώς σωματικά ακέραιοι άνθρωποι συμπεριφέρονται στα άτομα αυτά βασιζόμενοι στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις τους.


Πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τις αντιλήψεις που έχουμε για τους άλλους;

Παρόλο που τα στερεότυπα αλλάζουν δύσκολα, οι άνθρωποι τα διατηρούν ακόμη και όταν έρθουν αντιμέτωποι με αποδείξεις που τα ανατρέπουν. Αν λοιπόν κάποιος συναντήσει έναν αλλοδαπό μιας εθνικότητας για την οποία έχει ήδη δημιουργήσει ένα στερεότυπο και διαπιστώσει ότι τελικά δεν ισχύει τίποτα από όλα όσα νόμιζε ότι ήξερε για τα χαρακτηριστικά αυτού του ατόμου, είναι πιθανό να θεωρήσει ότι πρόκειται για εξαίρεση και να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το στερεότυπό του κάθε φορά που θα συναντάει αλλοδαπούς της αντίστοιχης εθνικότητας.

 Ωστόσο, οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να προχωρούν ένα βήμα πιο μακριά από τα στερεότυπα και να σχηματίσουν μία πιο ρεαλιστική εντύπωση για τους άλλους, αλλά και να αξιολογούν την ορθότητα των προσωπικών τους αντιλήψεων.

Ορισμένες οδηγίες για να επιτευχθεί αυτή η θετική αλλαγή είναι οι παρακάτω:
1. Αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών για το άτομο.
Ο καλύτερος τρόπος για τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με έναν άνθρωπο είναι η προσωπική επικοινωνία μαζί του. Μόνο μέσω της συζήτησης με τους άλλους ανθρώπους μπορούμε πραγματικά να τους μάθουμε, έτσι ώστε να μην λειτουργούμε βάσει των στερεοτύπων μας.

2. Αμφισβήτηση της ακρίβειας της εντύπωσης που έχουμε σχηματίσει για το άτομο.
Πολλοί άνθρωποι επιμένουν σε μια αρνητική εντύπωση χωρίς να βασίζονται σε ακριβή στοιχεία ή στην πραγματικότητα, αλλά λόγω στερεοτύπων ή προκατάληψης απλά έχουν κάποια γενική εντύπωση και σύμφωνα με αυτήν συμπεριφέρονται. Είναι σημαντικό, κάθε άνθρωπος που σκέφτεται έτσι, να προσπαθεί να δεχθεί ότι μπορεί να κάνει και λάθος, οπότε και θα είναι «ανοιχτός» και χωρίς προκαταλήψεις για να γνωρίσει πραγματικά κάποιαν άλλον.

3. Αποδοχή της πραγματικότητας, ότι οι εντυπώσεις που σχηματίζουμε για τους ανθρώπους, θα πρέπει με τον καιρό να αλλάζουν.
Η προσκόλληση σε απόψεις απηρχαιωμένες, ενώ είναι φανερό ότι αυτές δεν ισχύουν, δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στην επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Η παραδοχή από το άτομο ότι τελικά είναι λανθασμένες οι αντιλήψεις που είχε για καιρό σχηματίσει, είναι μια αρχή για την αποκατάσταση της επικοινωνίας και την απαλλαγή από διαιωνιζόμενες προκαταλήψεις.

Τα παραπάνω μπορεί να βοηθήσουν στον επαναπροσδιορισμό κάποιων σκέψεων που μπορεί λανθασμένα να έχουμε σχηματίσει για κάποια άτομα βασιζόμενοι σε γενικευμένες αντιλήψεις που δε στηρίζονται στην πραγματικότητα. Μπορούν λοιπόν να συμβάλλουν στην αλλαγή αυτής της κατάστασης και στη δημιουργία αληθινών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, εμφάνισης και άλλων χαρακτηριστικών.     


Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Εφηβεία: Η πορεία προς την ενηλικίωση

                                                    από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο




Η εφηβεία αποτελεί την περίοδο μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή, αλλά τα όριά της είναι ασαφή. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρχίζει ούτε τελειώνει για όλους την ίδια εποχή. Συχνά περιγράφεται ως μια δεύτερη γέννηση του ατόμου και εμπεριέχει την προοπτική μιας νέας ζωής.

Η περίοδος αυτή περιλαμβάνει διάφορους αναπτυξιακούς στόχους. Ο έφηβος χρειάζεται να αφήσει την προστασία που του παρέχουν οι γονείς του, να αποχωριστεί το παιδί που κρύβει μέσα του και να αντιμετωπίσει τις σωματικές, γνωστικές και συναισθηματικές αλλαγές που του συμβαίνουν. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι για όλους ίδιες. Σε άλλους είναι πιο γρήγορες και πιο εμφανείς, σε άλλους πιο αργές και λιγότερο θεαματικές. Δημιουργούν, όμως μια μεγάλη εσωτερική αναταραχή την οποία κάποιοι έφηβοι την εκφράζουν ηχηρά και έντονα, ενώ κάποιοι την αντιμετωπίζουν σιωπηλά.

Είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση, ο έφηβος βιώνει μια εσωτερική δυσκολία που μπορεί να εκφραστεί με αιφνίδιες συναισθηματικές μεταπτώσεις και απρόβλεπτη συμπεριφορά: θυμός, θλίψη, κλάμα, προκλητικό ντύσιμο και λεξιλόγιο, παθητικότητα ή απομόνωση. Ακόμα και ο ίδιος ο έφηβος εκπλήσσεται με τις αντιδράσεις του, καθώς δυσκολεύεται να τις δικαιολογήσει. Ξέρει ότι δεν είναι πια παιδί, δεν νιώθει, ωστόσο, ούτε και ενήλικας. Αυτή η ενδιάμεση κατάσταση μπορεί να τον γεμίζει άγχος και αγωνία.



Ο έφηβος καθώς μεγαλώνει θέλει να δοκιμάζει τα όριά του και τις δυνατότητές του. Απαιτεί, λοιπόν, περισσότερη ελευθερία, περισσότερο δικό του χρόνο και χώρο, για να σκεφτεί, να ονειροπολήσει, να φλερτάρει, να δράσει. Τότε είναι που οι δικές του επιθυμίες σκοντάφτουν στις επιθυμίες, στους φόβους και στις πεποιθήσεις των γονέων.


Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να είναι κάποιος γονέας, όταν το παιδί γίνεται έφηβος. Ενώ πρέπει να είναι συνεχώς παρών όταν τον έχει ανάγκη, πρέπει ταυτόχρονα, να δεχτεί έναν άλλον περιορισμένο ρόλο, να ελαττώσει την επιρροή του που ασκεί, χωρίς να βιώσει ότι μπαίνει στο περιθώριο. Άλλωστε για πολλούς εφήβους είναι σημαντικότερο να είναι αποδεκτοί από τους συνομηλίκους τους παρά από τους γονείς τους, εφόσον βασικό στοιχείο στόχο για αυτούς αποτελεί η διαφοροποίηση από τους ενήλικες-γονείς και η αίσθηση ότι ανήκουν σε μια ομάδα συνομηλίκων. Η φιλία και ο έρωτας είναι τα κατεξοχήν θέματα που απασχολούν τους εφήβους, είτε το εκφράζουν είτε όχι. Θα λέγαμε ότι «μεταθέτουν» τα συναισθήματα αγάπης και τρυφερότητας από τους γονείς τους στους φίλους ή στο άλλο φύλο. Ωστόσο, η διαδικασία διαφοροποίησης από τους γονείς-ενήλικες αποτελεί ένα απαραίτητο βήμα για μια ώριμη ενηλικίωση. Επομένως, οι γονείς είναι καλό να συνειδητοποιήσουν ότι είναι πλέον γονείς μελλοντικών ενηλίκων. Και αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστο!


Αξίζει να σημειώσουμε ότι όταν σε έναν έφηβο δίνεται η δυνατότητα να ασχοληθεί με διανοητικές δραστηριότητες και να εκφράσει ελεύθερα όσα νιώθει -είτε θετικά είτε αρνητικά- νιώθει σημαντικός και μπορεί να δοκιμάζει τον εαυτό του και τα όριά του μέχρι τη στιγμή που θα αισθανθεί πραγματικά έτοιμος να προχωρήσει στην ικανοποίηση των προσωπικών του αναγκών και επιθυμιών.

Ο δρόμος για την αυτονομία του εφήβου φαίνεται ότι γίνεται λιγότερο δύσκολος, όταν υπάρχουν γονείς ή ενήλικοι υποστηρικτές που μπορούν να αντέξουν την προσπάθεια του εφήβου να αυτονομηθεί, ώστε να μπορέσει να βρει τη δική του ταυτότητα και τη δική του πορεία ζωής.




Βιβλιογραφικές πηγές:
ΕΠΙΨΥ. (2000). Ψυχική υγεία και διαπροσωπικές σχέσεις: Συζητήσεις εφήβων. Αθήνα: Εκδόσεις ΕΠΙΨΥ.
Cole, M. & Cole, S. (2001). Η ανάπτυξη των παιδιών. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.



Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Πότε να επισκεφτώ έναν ψυχολόγο για το παιδί μου;

από την Όλγα Μάντη, MSc σχολική & εξελικτική ψυχολόγο

Τον τελευταίο καιρό διαισθάνεστε ότι κάτι δεν πάει καλά με το παιδί σας, ωστόσο, ανάμεσα στη γνωστή σας που τρέχει την κόρη της για ψύλλου πήδημα στους ειδικούς και στη μητέρα σας που φωνάζει «το παιδί δεν είναι τρελό!» νιώθετε αμήχανοι για το τι πρέπει να κάνετε.

Πριν επισκεφτείτε έναν επαγγελματία, προσπαθήστε να σκεφτείτε και να καταλάβετε εσείς οι ίδιοι τι δεν πάει καλά. Να θυμάστε πως είστε οι γονείς του παιδιού σας, μπορείτε να στηριχθείτε στη διαίσθησή σας. Αν το πρόβλημα διαρκεί και αισθάνεστε ότι δεν μπορείτε να βοηθήσετε οι ίδιοι, τότε η γνώμη ενός ειδικού θα σας επιτρέψει να βρείτε μια λύση.

Σε ποιες περιπτώσεις να επισκεφτείτε έναν ειδικό:

    • Σε περιόδους δύσκολες για την οικογενειακή σας ζωή, όταν ορισμένες καταστάσεις επηρεάζουν τη σχέση γονέων και παιδιών έντονα και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τέτοιες καταστάσεις μπορεί να είναι το διαζύγιο, μια σοβαρή ασθένεια, ένα πένθος.
    • Σε κάποιες περιπτώσεις που διαισθάνεστε ότι κάτι δεν πάει καλά ή κάποιο πρόσωπο κοντινό στο παιδί σας (παιδίατρος, δασκάλα, συγγενείς) σας το υποδεικνύει. Είναι σημαντικό να τους ακούσετε, ακόμα κι αν δεν σας είναι εύκολο, και αν ο τρόπος τους δεν είναι πολύ σαφής ή κομψός.
Τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι:

-   Όταν το παιδί δεν έχει κατακτήσει ορισμένες δεξιότητες που θα περιμένατε να έχει στην ηλικία του. Αν είναι αδέξιο στις κινήσεις του, δεν μιλάει καλά, δυσκολεύεται να βγάλει τις πάνες, είναι κλεισμένο στον εαυτό του, πολύ απαθές ή επιθετικό, δεν μπορεί να παίξει ή να κάνει φίλους και έχει μεγάλες διαφορές από τα παιδιά της ηλικίας του.
-   Όταν η ανάπτυξή του δεν είναι ισορροπημένη, δηλαδή, έχει αναπτυχθεί σε έναν τομέα και σε άλλο όχι. Για παράδειγμα, μιλάει πολύ καλά, αλλά είναι πολύ δειλό. Από κάποιες απόψεις θέλει να μείνει μικρό.
-   Όταν παρουσιάζει ξαφνικές και έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά και στη διάθεση του που επιμένουν. Για παράδειγμα ενώ κοιμόταν καλά, δεν μπορεί να κοιμηθεί ή ξυπνάει από εφιάλτες. Ενώ είχε βγάλει την πάνα, λερώνεται πάνω του το βράδυ ή το πρωί. Ενώ μιλούσε καθαρά αρχίζει να ψευδίζει ή μωρουδίζει. Έχει γίνει ευέξαπτο, νευρικό, μελαγχολικό, σκυθρωπό, παραπονιέται και κλαίει συνεχώς χωρίς λόγο.
-  Όταν αλλάζει η συμπεριφορά του στο σπίτι και στο σχολείο και γίνεται νευρικό, προκλητικό, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί ή η επίδοσή του στα μαθήματα πέφτει.

Βλέποντάς τα όλα αυτά μπορεί να λέτε: «στο τέλος θα του περάσουν όλα» ή «έτσι είναι το φυσικό του» ή «θα το ξεπεράσει μόνο του».
Σκεφτείτε όμως ότι το παιδί ζει μια κατάσταση λιγότερο ή περισσότερο οδυνηρή, αλλά αληθινή. Φυσικά, οι δυσκολίες με τους συμμαθητές μας προετοιμάζουν για τις δυσκολίες της ζωής, και η ομιλία του θα στρώσει με το πέρασμα του χρόνου. Όμως, γιατί να επιβάλλετε στο παιδί σας μια τέτοια κατάσταση, όταν συχνά μερικές συναντήσεις με έναν ειδικό μπορούν να το ανακουφίσουν;


Η παιδική ηλικία είναι μια περίοδος ιδιαίτερα ευάλωτη. Το να αφήνεις ένα παιδί να ζει με το πρόβλημά του είναι σαν να το αφήνεις να περπατά με ένα αγκάθι στο πόδι. Πηγαίνοντας το σε έναν ειδικό του επιτρέπετε να αισθάνεται καλύτερα, να βγει από μια δύσκολη κατάσταση που το κάνει να υποφέρει.

Αν ανησυχείτε μήπως θα αμφισβητηθείτε στο ρόλο σας ως γονείς, σκεφτείτε ότι ο ειδικός δεν είναι εκεί για να σας ασκήσει κριτική, ούτε να κρίνει αν ανατρέφετε σωστά το παιδί σας. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ως γονείς κινητοποιηθήκατε για να βοηθήσετε το παιδί σας που υποφέρει.


Όταν το σχολείο σας συμβουλεύει να πάτε το παιδί σας σε ειδικό:

Ίσως αισθάνεστε ότι κάποιοι εκπαιδευτικοί είναι υπερβολικοί και βλέπουν προβλήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Όμως, αξίζει να λαμβάνετε υπόψη τη γνώμη των παιδαγωγών του παιδιού σας, είτε είναι βάσιμη, είτε όχι. Έτσι θα έχετε κάνει αυτό που έπρεπε για το παιδί σας. Φυσικά δεν είστε υποχρεωμένοι να ενημερώνετε το σχολείο για όλες τις εξελίξεις. Ωστόσο, μια συνεργασία με το σχολείο μπορεί να είναι πολύτιμη και βοηθητική όταν υπάρχει μια δυσκολία. Η στάση του σχολείου απέναντι στο παιδί και τους γονείς έχει σημαντική επίδραση, καθώς μπορεί να μειώσει ή να μεγαλώσει το άγχος που συχνά συνοδεύει τις δυσκολίες. 

 



Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Οι φιλίες των παιδιών

 από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Τι σημαίνει φιλία;
Με τον όρο φιλία εννοείται η στενή διαπροσωπική σχέση μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων η οποία χαρακτηρίζεται από συναισθηματική εγγύτητα, δέσμευση, μοίρασμα εμπειριών, στοργή και αμοιβαιότητα. Η φιλία κατέχει ξεχωριστό ρόλο στο πλέγμα των ανθρώπινων σχέσεων. Ιδιαίτερα, κατά την παιδική –αλλά και εφηβική- ηλικία οι σχέσεις με άτομα της ίδιας ηλικίας αποτελούν μια ουσιαστική πτυχή κατά τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου, επηρεάζοντας σημαντικά την ανάπτυξή του.

Πώς επιλέγουν τα παιδιά τους φίλους τους;
Σημαντικός παράγοντας για την έναρξη μιας φιλικής σχέσης είναι η εγγύτητα ή γειτνίαση, δηλαδή το να βρίσκεται το εν δυνάμει φιλικό πρόσωπο στο κοντινό κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού. Ωστόσο, η ομοιότητα μεταξύ των φίλων αποτελεί το πιο ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο, ώστε δύο ή περισσότερα άτομα να συνάψουν μια φιλική σχέση. Συνήθως, τα παιδιά που είναι ίδιου φύλου, ίδιας ηλικίας και μοιράζονται παρόμοια ενδιαφέροντα εμπλέκονται σε στενότερες διαπροσωπικές σχέσεις. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και τα παιδιά διαφορετικού φύλου ή ηλικίας μπορούν να αναπτύξουν μια φιλική σχέση, ιδιαίτερα εάν υπάρχουν συγγενικοί ή οικογενειακοί φιλικοί δεσμοί.

Ποιες είναι οι λειτουργίες της φιλίας;
Η φιλία θεωρείται, κατά κύριο λόγο, ένα από τα βασικά πλαίσια επαφής του παιδιού με τον κόσμο εκτός του οικογενειακού περιβάλλοντος, δίνοντας του ουσιώδεις πληροφορίες για τις υπόλοιπες διαπροσωπικές σχέσεις. Ένα παιδί διδάσκεται πράγματα για τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο. Μαθαίνει πώς να αλληλεπιδρά με άλλα άτομα, να επικοινωνεί τις ανάγκες και τις επιθυμίες του και να κατανοεί τις επιπτώσεις και τα όρια τις συμπεριφοράς του.

Ακόμη, οι φιλίες παρέχουν ένα πλαίσιο κοινών δραστηριοτήτων από το οποίο αντλείται ευχαρίστηση και διασκέδαση. Μέσα από κοινές δραστηριότητες, όπως το παιχνίδι, δίνεται στα παιδιά η ευκαιρία να αναπτύξουν θεμελιώδεις κοινωνικές δεξιότητες. Μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν ικανοποιητικά τις συγκρούσεις και να διευθετούν αποτελεσματικά τα προβλήματα που προκύπτουν. Επιπλέον, η συνεχής επαφή με συνομηλίκους τους δίνει τη δυνατότητα να αρχίζουν να «βλέπουν» την οπτική ενός άλλου προσώπου και, στην πορεία, μπορούν να κατανοήσουν σε βάθος τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις του. Με τον τρόπο αυτό, αναπτύσσεται περαιτέρω η συναισθηματική τους νοημοσύνη. Τα παιδιά εξοικειώνονται με κοινωνικές έννοιες, όπως η εμπιστοσύνη, η συνέπεια, ο σεβασμός και η υποστήριξη και μαζί με τους συντρόφους τους στο παιχνίδι εξερευνούν τις έννοιες της γενναιοδωρίας και της αλληλοβοήθειας.



Επιπρόσθετα, οι ομάδες συνομηλίκων που συμπεριλαμβάνουν περισσότερα από δύο παιδιά παρέχουν ένα βασικό πλαίσιο πειραματισμού με τον ανταγωνισμό, την κυριαρχικότητα και την υποχωρητικότητα. Τα παιδιά που είναι μέλη μιας ομάδας συνομηλίκων αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους εντός αυτής, υιοθετούν ή παραβαίνουν κανόνες και μαθαίνουν περισσότερα στοιχεία για τους ρόλους των δύο φύλων, ειδικά εάν συμμετέχουν σε μικτές ομάδες. Στο πλαίσιο αυτό, προετοιμάζονται ή βοηθούνται να ενταχθούν σε άλλα ομαδικά πλαίσια, όπως το σχολείο ή μια αθλητική ομάδα. Μάλιστα, σε ομάδες συνομηλίκων στις οποίες υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς την φυλετική προέλευση των παιδιών φαίνεται ότι τα παιδιά υιοθετούν λιγότερο στερεότυπες στάσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διατηρούν έναν πιο ανοιχτό προσανατολισμό ως προς τη διαφορετικότητα μεταξύ των ανθρώπων, στάση η οποία αποδυναμώνει την ισχύ φυλετικών ή άλλων προκαταλήψεων.





Τέλος, με την βοήθεια των φίλων βελτιώνεται η αντίληψη του εαυτού και ενισχύεται η αυτοεκτίμηση. Συχνά, οι φίλοι συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο και λειτουργούν ως πρότυπα μίμησης και διδασκαλίας. Ακόμη σπουδαιότερη προσφορά των φίλων είναι η συμπαράσταση σε μια δύσκολη στιγμή, μια διέξοδος ή ένα καταφύγιο σε περιόδους που το παιδί μπορεί να βιώνει αρνητικές εμπειρίες ή συναισθήματα.

Αναμφίβολα, όμως, μια από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές λειτουργίες της φιλίας είναι ότι συμβάλλει στην ανάπτυξη της κοινωνικής επάρκειας, δηλαδή στην ανάπτυξη και ενίσχυση όλων εκείνων των δεξιοτήτων οι οποίες οδηγούν σε επιτυχή κοινωνική λειτουργία. Οι φιλικές σχέσεις προετοιμάζουν το έδαφος για τα άλλα είδη σχέσεων που αναπτύσσει το άτομο και, ειδικότερα, αποτελούν το πρότυπο των στενών διαπροσωπικών σχέσεων που θα δημιουργήσει το άτομο αργότερα στη ζωή του.

Βιβλιογραφική πηγή:
Dunn, J. (1999). Οι στενές προσωπικές σχέσεις των μικρών παιδιών. Αθήνα: Τυπωθήτω.