Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Πώς η ασθένεια αλλάζει τη ζωή μας;

                                                   από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Τι είναι υγεία; Πώς ορίζουμε την ασθένεια;
             
Ο διαχωρισμός της υγείας από την ασθένεια δεν είναι πάντοτε απλός και εύκολος. Καθεμία κατάσταση χαρακτηρίζεται από διάφορες διαβαθμίσεις. Αυτό που ισχύει μάλλον είναι ότι: «Η υγεία είναι μια αόρατη αίσθηση που μόνο η απουσία της μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε τη σημασία της». Το πώς αντιλαμβανόμαστε την υγεία και την ασθένεια εξαρτάται από τον τρόπο που κατανοούμε τον εαυτό μας σε σχέση με το περιβάλλον. Άλλωστε, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι οι άνθρωποι αντιδρούμε πολύ διαφορετικά σε σχετικά παρόμοιες (ιατρικές) καταστάσεις. Κάποιος αντιλαμβάνεται μόλις και μετά βίας κάποιο σύμπτωμα και κάποιος άλλος ενδέχεται να παραιτηθεί από τις καθημερινές ευθύνες και υποχρεώσεις, να απουσιάζει από την εργασία του, να δείχνει έντονη συναισθηματική δυσφορία και να απομακρύνεται από φίλους και συγγενείς.

Οι αντιδράσεις προς την ασθένεια εξαρτώνται από:
lτο βαθμό που ο καθένας μας εστιάζει την προσοχή του στα σωματικά ή άλλα συμπτώματα
lτο βαθμό που αυτά τα συμπτώματα είναι εμφανή
lτο προσωπικό όριο αντοχής στον πόνο
lτις εμπειρίες παιδικής ηλικίας
lτο πολιτισμικό υπόβαθρο
lτις περιστάσεις στη ζωή μας τη δεδομένη στιγμή
lτο φύλο
lαν έχουμε βιώσει στο παρελθόν παρόμοια ή τα ίδια συμπτώματα & πώς τα αντιμετωπίσαμε
lτο νόημα που αποδίδουμε στο σύμπτωμα
lΤο τι πιστεύουμε οι άνθρωποι σχετικά με το πώς και γιατί εκδηλώθηκε η ασθένεια (π.χ. «εγώ φταίω», θέλημα θεού, μοίρα κλπ.) φαίνεται ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε κάθε στάδιο της αντιμετώπισης της νόσου, από την αναζήτηση βοήθειας ως την πιστή τήρηση της θεραπευτικής αγωγής
lΜάλλον αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι πεποιθήσεις, επηρεάζουν τα συναισθήματά μας

Ποιες είναι όμως οι προκλήσεις της ασθένειας και με τι τρόπο αλλάζει τη ζωή μας;

Προκλήσεις στην εικόνα του εαυτού
Η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ως ολοκληρωμένο και ανεξάρτητο άτομο μπορεί να τεθεί σε σοβαρή δοκιμασία σε περιπτώσεις που η ασθένεια έχει εμφανή σημάδια στο σώμα μας. Μοιάζει να απειλείται η ακεραιότητα του σώματος και μπορεί να έχουμε την αίσθηση ότι «αυτό το σώμα δεν είμαι εγώ». Μπορεί να ανησυχούμε ότι θα αλλάξουν οι σχέσεις μας με τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Μπορεί να φοβόμαστε ότι θα μας απορρίψουν ή ότι θα γίνουμε αντικείμενο οίκτου

Προκλήσεις στο χώρο της εργασίας
Συχνά, η επαγγελματική ζωή μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, σε κατάσταση αναμονής. Μπορεί να ανησυχούμε ότι χάνουμε τις ευκαιρίες να ανελιχθούμε ή να προχωρήσουμε. Ως συνέπεια,  μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά η αίσθηση του «ποιος είμαι», αφού η εργασία αποτελεί το σημαντικότερο ίσως  μέσο για την υλοποίηση δημιουργικών ιδεών αλλά και τον έλεγχο της ζωής μας. Επίσης,  υπάρχει συχνά, η πιθανότητα να μην μπορέσουμε να επανέλθουμε πλήρως στην εργασία ή να είναι αδύνατον να αναλάβουμε τις προηγούμενες αρμοδιότητές μας. Και η πρόκληση είναι: να μπορέσουμε να βρούμε έναν τρόπο να επανέλθουμε στον εργασιακό χώρο με έναν τρόπο που να είναι για εμάς τους ίδιους εφικτός αλλά κυρίως ικανοποιητικός.

Σχέσεις με τα αγαπημένα πρόσωπα
Συχνά η ασθένεια, μπορεί να οδηγήσει σε φυσικό αποχωρισμό αλλά και σε συναισθηματική απομάκρυνση από τους οικείους μας. Η μοναξιά μπορεί να είναι ένα σύνηθες συναίσθημα. Τα αγαπημένα πρόσωπα μπορεί να χρειαστεί να επιφορτιστούν με νέα καθήκοντα και να επωμιστούν νέες ευθύνες, κάτι που μπορεί να δημιουργήσει περαιτέρω πιέσεις στις σχέσεις. Πολλές φορές η στήριξη από τους άλλους μπορεί να είναι περίπλοκη ιδιαίτερα για το άτομο που «λαμβάνει» βοήθεια: μια ενέργεια που κάποιος αποδίδει σε ενδιαφέρον, ένας άλλος μπορεί να τη θεωρήσει ως υπερπροστασία ή απόπειρα ελέγχου. Όμως, οι έρευνες δείχνουν ότι όταν δεχόμαστε κοινωνική υποστήριξη από τους φίλους αλλά και τον ευρύτερο οικογενειακό κύκλο, αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικότερα την ασθένεια.

Συναισθηματικές προκλήσεις
Ένα από τα πιο δύσκολα έργα του ατόμου που νοσεί είναι να διατηρήσει τη συναισθηματική του υγεία. Οι συνθήκες της ασθένειας δημιουργούν συχνά ψυχικές πιέσεις, που μπορεί να οδηγούν σε κατάθλιψη ή έντονο άγχος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό καταρχήν να κατανοήσουμε τα διάφορα και ποικίλα συναισθήματα που δημιουργεί η ασθένεια και, στη συνέχεια, να τα αποδεχτούμε ως μέρος της ύπαρξης μας και να τα αντιμετωπίσουμε.

Η εμπειρία του πόνου
Ο πόνος είναι μια πολύ πραγματική πλευρά της ασθένειας και δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε. Ωστόσο, φαίνεται ότι τα θετικά συναισθήματα και η θετική προσωπική αντίληψη του πόνου μπορούν ακόμα και να τον μειώσουν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ασθενείς που νιώθουν φόβο, σύγχυση, άγχος ή κατάθλιψη εξαιτίας του πόνου που βιώνουν είναι καλύτερο να υποκριθούν τους χαρούμενους. Το κλειδί δεν είναι η «θετική σκέψη», αλλά η αναγνώριση όλων των συναισθημάτων και η επεξεργασία τους

Ένα «διαφορετικό» μέλλον
Η ασθένεια συχνά υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ζωή είναι απρόβλεπτη και απροσδόκητη. Είναι πιθανό να νιώσουμε ότι οι μακροπρόθεσμοι στόχοι και τα σχέδιά μας για το μέλλον, παύουν ξαφνικά να ανήκουν στη σφαίρα του εφικτού και χρειάζεται να αλλάξουν.

Ας αναρωτηθούμε λίγο…
Θα ζούσαν οι άνθρωποι τη ζωή τους διαφορετικά αν γνώριζαν ότι μια μέρα όλα θα άλλαζαν ριζικά;

Μοιάζει οι άνθρωποι που έχουν μια ασθένεια να εστιάζουν την προσοχή τους σε αυτό ακριβώς το ερώτημα. Προσπαθούν να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους, ανατρέχουν στο παρελθόν και θέτουν στον εαυτό τους ερωτήματα όπως: «Πώς πέρασα τη ζωή μου;» «Ήταν σωστές οι επιλογές μου;» «Ποια πράγματα εξακολουθούν να είναι σημαντικά για μένα;» «Αν μου ξαναδινόταν η ευκαιρία να ξαναζήσω τη ζωή μου, πώς θα τη ζούσα;»
lΗ σοβαρή ασθένεια συχνά έχει τη δύναμη να αλλάξει την κοσμοθεωρία, την προσωπικότητα και τη φιλοσοφία ζωής μας
lΑυτό, βέβαια, μπορεί επίσης να σημαίνει ότι μπορεί να ανοίγονται μπροστά μας νέες δυνατότητες και προοπτικές, που δεν τις είχαμε καν διανοηθεί!

Επομένως, κεντρικός στόχος της θεραπείας είναι  η αποκατάσταση. Αποκατάσταση είναι η δυναμική διαδικασία που έχει στόχο την κάλυψη των αναγκών του ατόμου ως ολότητας. Η διαδικασία αυτή βοηθά το άτομο να φτάσει στις μέγιστες δυνατότητές του, δηλαδή:
·   να παραμείνει ή να προσαρμοστεί την εργασία 
·   να ενισχύσει το προσωπικό του δυναμικό
·   να διατηρήσει τις κοινωνικές του επαφές
·   να συνεχίσει τις δραστηριότητες που το ευχαριστούν

Με λίγα λόγια να παραμείνει ενεργό, δραστήριο και στο επίκεντρο της ίδιας του της ζωής.







Βιβλιογραφικές πηγές:
Bacque, M-F. (2001). Πένθος και υγεία: Άλλοτε και σήμερα. Αθήνα: Θυμάρι
DiMatte0 & Martin L. R. (2006). Εισαγωγή στην ψυχολογία της υγείας. Ελληνικά Γράμματα.

Κατανοώντας την ψυχική ασθένεια

                                                    από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


«Τίποτε στη ζωή δεν είναι για να το φοβόμαστε, αλλά για να το κατανοήσουμε», Μαρία Κιουρί

Υπάρχουν πράγματα που βλέπουμε από απόσταση, αλλά δεν τα γνωρίζουμε ουσιαστικά. Υπάρχουν πράγματα που μας φαίνονται ακατανόητα ή παράξενα και μας κάνουν να νιώθουμε άβολα και περίεργα. Μας προξενούν διάφορα έντονα συναισθήματα, όπως φόβο. Η ψυχική ασθένεια μπορεί να είναι ένα από αυτά. Γνωρίζουμε όμως τι περιλαμβάνει στην πραγματικότητα ο όρος αυτός;

Στο συγκεκριμένο άρθρο παρουσιάζονται κάποια βασικά στοιχεία για τις ψυχικές ασθένειες και τα βασικά χαρακτηριστικά τους. Να σημειωθεί ότι οι περιγραφές αποτελούν περισσότερο ένα έναυσμα προς σκέψη παρά βεβαιότητες για το τι πραγματικά συμβαίνει, αφού κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και μοναδική, όπως και ο καθένας από εμάς. Ο στόχος είναι να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τι βιώνει, τι σκέφτεται και τι νιώθει ένα άτομο με ψυχική ασθένεια, αλλά και να ενημερωθούμε με ποιον τρόπο μπορούμε εμείς οι ίδιοι να βοηθήσουμε ενεργά. Το σημαντικότερο ίσως που χρειάζεται να έχουμε υπόψη είναι ότι η κατανόηση μπορεί να διαλύσει το φόβο.


Αν προσπαθούσαμε να δώσουμε ένα γενικό ορισμό στην έννοια ψυχική ασθένεια θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάποιος στον τρόπο με τον όποιο σκέφτεται, ενεργεί και έρχεται σε επαφή με άλλους ανθρώπους. Η ψυχική ασθένεια μπορεί να αφορά άτομα κάθε ηλικίας, μόρφωσης, φυλής ή κοινωνικού επιπέδου.


Όμως, είναι σημαντικό να διακρίνουμε μεταξύ της σοβαρής ψυχικής ασθένειας και των συνηθισμένων ψυχικών προβλημάτων. Η διαφορά τους είναι ο βαθμός στον οποίο επηρεάζεται η ζωή του ατόμου, ο χρόνος διάρκειας, το επίπεδο ενόχλησης και οι δυσκολίες στην καθημερινότητα. Δηλαδή, η ψυχική ασθένεια έχει συνήθως σημαντική επίδραση σε όλες σχεδόν τις πλευρές της ζωής του ατόμου.

Ο βαθμός στον οποίο επηρεάζει η ψυχική ασθένεια διαφέρει από άτομο σε άτομο. Κάποιοι μπορεί να ζήσουν με την ασθένεια για ολόκληρη τη ζωή τους και να μην μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην καθημερινότητά τους. Κάποιοι άλλοι μπορεί να καταφέρουν να ζουν ανεξάρτητα και άλλοι μπορεί να αναρρώσουν πλήρως.

Οι πιο σημαντικές ψυχικές ασθένειες είναι η σχιζοφρένεια, η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, η ψυχογενής ανορεξία και η ψυχογενής βουλιμία, οι αγχώδεις διαταραχές, ο αυτισμός και η άνοια τύπου Alzheimer. Καθεμία από αυτές έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο τη ζωή του ατόμου.

Τα άτομα με ψυχική διαταραχή μπορεί είτε να βιώνουν ιδιαίτερα έντονα συναισθήματα, είτε να ανταποκρίνονται στο περιβάλλον με τρόπους που μπορεί να μοιάζουν σε εμάς μη κατάλληλοι ή αποδεκτοί.

Συχνά, η καθημερινή ζωή και οι συνήθειές τους επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό και μπορεί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εργασία, στο σχολείο και στις κοινωνικές τους σχέσεις.

Οι κοινωνικές επαφές τις περισσότερες φορές δέχονται σημαντικό πλήγμα, καθώς τα άτομα αυτά μπορεί να απομονώνονται και να κλείνονται στον εαυτό τους, επειδή ίσως νιώθουν ότι οι άλλοι δεν τους καταλαβαίνουν. Ανάλογα, φίλοι και συγγενείς μπορεί να απομακρύνονται, γιατί θεωρούν ότι δεν συμπεριφέρονται με αναμενόμενους τρόπους ή όπως ορίζουν οι υπάρχοντες κοινωνικοί κανόνες και συνήθειες.

Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας πως ότι βιώνει το άτομο είναι για το ίδιο μια αληθινή εμπειρία.

Η ψυχική ασθένεια δεν είναι πάντα ορατή και η εμφάνιση ενός ατόμου με ψυχική ασθένεια δεν είναι συνήθως εκείνη ενός άρρωστου. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά της, απλώς κοιτώντας κάποιον. Άλλωστε, είναι πιθανό και το ίδιο το άτομο να μην αποδέχεται ότι νοσεί.

Στο ερώτημα τι προκαλεί την ψυχική ασθένεια, έχουν δοθεί πολλές απαντήσεις, χωρίς κάποια να φαίνεται πιο ικανοποιητική ή περισσότερο αποδεκτή από τις άλλες. Ωστόσο, φαίνεται ότι οφείλονται σε ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, όπως η βιολογία, η κληρονομικότητα, το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, οι συνθήκες και  τα σημαντικά γεγονότα ζωής.

Οι άνθρωποι που νοσούν χρειάζονται θεραπεία και υποστήριξη από υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Σήμερα, οι ψυχικές ασθένειες μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς με διάφορες θεραπείες, όπως η φαρμακευτική αγωγή, η ψυχοθεραπεία και η κοινωνική υποστήριξη.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το είδος της θεραπείας θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του κάθε ατόμου, σωματικές, ψυχολογικές, συναισθηματικές, κοινωνικές, ακόμα και πολιτισμικές. Ο στόχος είναι να μπορέσει το άτομο να εκπληρώσει το δυναμικό του και να ζει μια κανονική ζωή. Για το λόγο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό να γνωρίζει τι του συμβαίνει και να συμμετέχει ενεργά στις αποφάσεις για τη θεραπεία του, αλλά και για τη ζωή του. Επιπλέον, η έγκαιρη αναγνώριση συμβάλλει στην άμεση αντιμετώπιση.

Πώς μπορώ να βοηθήσω ;
Το να υπάρχει ένα άτομο που αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς μας, στους φίλους, στους συνεργάτες ή στον ευρύτερο κύκλο μας είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο. Μπορεί να νιώσουμε απροετοίμαστοι, αμήχανοι, περίεργοι, φοβισμένοι ή ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Κι όμως! Οι έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα που βιώνουν μια ψυχική ασθένεια μας χρειάζονται στη ζωή τους. Η παρουσία και η υποστήριξή μας είναι εξαιρετικά σημαντική για την ανάρρωσή τους.

Τι μπορώ να κάνω ;
·Αναγνώρισε αυτό που περιγράφει το άτομο ως μια αληθινή του εμπειρία
·Χρησιμοποίησε γλώσσα που σέβεται τον άνθρωπο
·Απόφυγε πράξεις που στιγματίζουν
·Υπάρχουν διάφοροι μύθοι για τις ψυχικές ασθένειες. Μάθε τις αλήθειες!
·Ενημερώσου για τα σημάδια των ψυχικών ασθενειών
·Ενθάρρυνε το άτομο να αναζητήσει εξειδικευμένη επιστημονική βοήθεια και να απευθυνθεί  σε κάποιον ειδικό
·Απέφυγε να ασκείς κριτική & να λες στο άτομο τι να κάνει
·Θυμήσου ότι έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις αποφάσεις για τη ζωή του

Μπορείς να βοηθήσεις όταν…
·ακούς με προσοχή & ενδιαφέρον και δεν βιάζεσαι να απομακρυνθείς
·αφιερώνεις χρόνο & δεν καταλήγεις σε βιαστικά συμπεράσματα
·ρωτάς αν και πώς μπορείς να βοηθήσεις
·δίνεις έμφαση στις ικανότητες του ατόμου και τις επισημαίνεις
·αντιμετωπίζεις το συνάνθρωπό σου ως φίλος και όχι ως ειδικός
·μένεις στη ζωή του και κρατάς επαφή

Κοίταξε πίσω από την ψυχική ασθένεια, δες τον άνθρωπο.




Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Προκλήσεις μπροστά σε μια σοβαρή ασθένεια

                                                    από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο




Μια ασθένεια ή ένα σοβαρό ατύχημα επηρεάζουν με άμεσο και καθοριστικό τρόπο τη ζωή ενός ανθρώπου τόσο σε σωματικό, αλλά κυρίως σε συναισθηματικό επίπεδο.

Ανάλογα με το στάδιο ασθένειας ή σωματικού τραυματισμού το άτομο χρειάζεται να αντιμετωπίσει διάφορες προκλήσεις. Κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης, βασική προτεραιότητα αποτελεί η επιβίωση. Στο στάδιο της αποκατάστασης, το άτομο χρειάζεται να ενεργοποιηθεί προκειμένου να επιτύχει ένα ικανοποιητικό επίπεδο ανεξάρτητης λειτουργικότητας. Στην επόμενη φάση, χρειάζεται να αποδεχτεί τις αλλαγές που επιφέρει η ασθένεια ή η αναπηρία, καθώς και τους περιορισμούς που τίθενται εξαιτίας της κατάστασής του. Στην περίπτωση μιας ασθένειας που δεν επιδέχεται θεραπεία, το άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με την προοπτική του θανάτου του και τα έντονα συναισθήματα που δημιουργούνται εν όψει αυτού του γεγονότος.

Τόσο μια σοβαρή ασθένεια όσο και ένας σωματικός τραυματισμός δημιουργούν σημαντική αναστάτωση στο άτομο και στην καθημερινότητά του. Συχνά, συναισθήματα όπως άγχος και φόβος για το τι συμβαίνει μπορεί να παρεμποδίσουν τη διαδικασία της ίασης, καθώς το άτομο δεν έχει διαθέσιμα συναισθηματικά αποθέματα για να συμμετέχει στη θεραπεία του. Τα αρνητικά συναισθήματα, η κατάθλιψη, η απόγνωση αλλά και η αίσθηση του ατόμου ότι έχει χάσει την προηγούμενη λειτουργικότητά του μπορούν να τον κάνουν απρόθυμο να ακολουθήσει την οποιαδήποτε θεραπεία. Γενικά, τα συναισθήματα αυτά ενδέχεται να απορροφούν σε σημαντικό βαθμό την ενέργεια του ασθενούς, εμποδίζοντας έτσι την ενεργό συμμετοχή του στη θεραπεία του.

Βασικό χαρακτηριστικό της ζωής του ατόμου πλέον είναι το απρόβλεπτο. Η ζωή μπορεί να μοιάζει ότι χάνει την προβλεψιμότητα και το νόημά της, πλήττεται η αίσθηση και η εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του, περιορίζεται σημαντικά η προσωπική του ελευθερία, ενώ το μέλλον μπορεί να φαίνεται αβέβαιο.



Επιπρόσθετα, η αλλοίωση των χαρακτηριστικών του σώματος μπορεί να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα στο άτομο και η αποδοχή των σωματικών αλλαγών μπορεί να απαιτεί σημαντικό χρόνο.

Μια επιπλέον δυσκολία είναι η αλλαγή των σχέσεων με τους άλλους και ιδιαίτερα με τα αγαπημένα πρόσωπα. Η οικογένεια του ασθενούς επιφορτίζεται με πολλά καθήκοντα και υποχρεώσεις και σε συνδυασμό με το έντονο στρες και την ψυχική πίεση που επιφέρει η ασθένεια μπορεί τα μέλη της οικογένειας να αισθάνονται ότι τίθεται σε δοκιμασία η οικογενειακή συνοχή. Ένα σημαντικό πρόβλημα είναι το πλήγμα που δέχεται η αυτοεκτίμηση του ασθενούς, καθώς εξαρτάται από άλλους σε οικονομικό, σωματικό και συναισθηματικό επίπεδο.

Όλα τα παραπάνω έρχονται να προστεθούν στον πόνο που βιώνουν έτσι και αλλιώς οι ασθενείς λόγω της κατάστασής τους.

Όπως φαίνεται, η σοβαρή ασθένεια και ο τραυματισμός απειλούν ουσιαστικά κάθε πλευρά της ζωής του ατόμου, κάτι που θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τόσο το ιατρικό προσωπικό όσο και ο ασθενής και η οικογένειά του. Εκτός από την υποστήριξη σε υλικό επίπεδο, σημαντικότερη είναι η συναισθηματική υποστήριξη που μπορεί ο καθένας από εμάς να προσφέρει στα άτομα αυτά. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι ουσιώδες να βοηθάμε το άτομο να εκφράσει οτιδήποτε αισθάνεται, να του δίνουμε ευκαιρίες να διατηρεί την ανεξαρτησία του, να μπορεί να συμμετάσχει στις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία του και κατ’ επέκταση την ίδια του τη ζωή και να είμαστε εκεί χωρίς να του στερούμε την αυτονομία του.




Βιβλιογραφική πηγή:
DiMatte0 & Martin L. R. (2006). Εισαγωγή στην ψυχολογία της υγείας. Ελληνικά Γράμματα.



Οι συναισθηματικές επιπτώσεις της απώλειας της εργασίας

                                                    από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Για πολλούς η σημασία της εργασίας και οι συνέπειες της απώλειάς της είναι κάτι που μας διαφεύγει. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ποσοστό του χρόνου μας καθημερινά αφιερώνεται στην εργασία. Η εργασία οργανώνει τη ζωή μας και της δίνει δομή. Συνδέεται άμεσα με την αίσθηση του ποιοι είμαστε, την ταυτότητά μας δηλαδή, αλλά και με το πώς αισθανόμαστε για τον εαυτό μας ως εργαζόμενοι. Επηρεάζει την αυτοεκτίμησή μας, ενώ σημαντικός είναι και ο κοινωνικοποιητικός της ρόλος, καθώς αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά δίκτυα μέσα στα οποία ζούμε και επικοινωνούμε. Επίσης, επηρεάζει τα σχέδιά μας για τη ζωή και παρέχει μια αίσθηση κατεύθυνσης και σκοπού για το μέλλον.

Η αντίληψη ότι η επαγγελματική ζωή περιλαμβάνει την είσοδο σε ένα επάγγελμα και την παραμονή σε αυτό έως τη συνταξιοδότηση έχει πλέον διαφοροποιηθεί σημαντικά. Σήμερα, υποστηρίζεται ότι, στην πορεία της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, θα χρειαστεί να αλλάξουμε όχι εργασία αλλά καριέρα έως και τρεις φορές. Η απόλυση, η αναγκαστική συνταξιοδότηση, η ακόμη και ένα σοβαρό ατύχημα εν ώρα εργασίας φέρνουν το άτομο μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα μη αναμενόμενη.

Όταν η απώλεια εργασίας είναι αιφνίδια και απροσδόκητη τότε το άτομο μπορεί να βιώσει ποικιλία συναισθημάτων. Η απώλεια της εργασίας αποτελεί σημαντικό παράγοντα στρες και ψυχικής πίεσης, όπως ακριβώς και σημαντικές μεταβάσεις με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωποι στη διάρκεια της ζωής μας. Λέγεται, μάλιστα, ότι δημιουργεί παρόμοια συναισθήματα και δυσκολίες με το πένθος.

Απώλεια της εργασίας σημαίνει πολλά περισσότερα από απώλεια του εισοδήματος και οικονομική δυσπραγία. Ένας άνθρωπος που έχασε την εργασία του μπορεί να αισθάνεται ότι δεν έχει πολλά πράγματα να περιμένει. Έχει χάσει φίλους και συναδέλφους, αισθάνεται απόρριψη και ότι βρίσκεται στο περιθώριο. Νιώθει αβεβαιότητα για το αύριο και απελπισία ότι τα πράγματα δεν θα αλλάξουν. Βιώνει μεγάλη εσωτερική σύγκρουση, περιορίζεται η ικανοποίηση που αντλεί από τη ζωή του και μπορεί να νιώθει έντονη απογοήτευση, θλίψη ή κυνισμό. Μπορεί να είναι πολύ δύσκολο πλέον για το άτομο να δώσει νόημα στη ζωή του.

Η απώλεια εργασίας συνήθως επιφέρει αναστάτωση και αποπροσανατολισμό καθώς το άτομο προσπαθεί να ανακαλύψει νέα επαγγελματικά ενδιαφέροντα και να αφήσει πίσω τα παλιά, μαζί με τις συνήθειες που είχε. Οδηγεί σε μειωμένη αίσθηση αξίας και αυτοεκτίμησης, προκαλεί άγχος και στενοχώρια και ενδέχεται να οδηγήσει σε περιστατικά διαπροσωπικής βίας. Ο θυμός είναι ένα σύνηθες συναίσθημα και, στις περιπτώσεις της απόλυσης, κατευθύνεται συνήθως στα μέλη της οικογένειας, δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο μοναξιάς. Τα συναισθήματα απομόνωσης μπορεί να δημιουργήσουν στο άτομο την αίσθηση ότι δεν αξίζει και ότι κανείς δεν τον χρειάζεται. Σε κάποιες περιπτώσεις συνδέεται και με απόπειρες αυτοκτονίας. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι σε συνδυασμό με την οικονομική δυσχέρεια που βιώνει μια οικογένεια λόγω της παρατεταμένης έλλειψης μισθού, το άτομο μπορεί να νιώσει ότι χάνει το κύρος και την αξία του, αφού πλέον δεν μπορεί να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια όπως προηγουμένως. Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει ασθένειες, όπως πονοκεφάλους, στομαχικές διαταραχές και αϋπνίες. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα καταχρήσεων, αλλά και συναισθηματικών δυσκολιών, όπως κατάθλιψη, άγχος.

Η απώλεια της εργασίας μας φέρνει αντιμέτωπους με αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις. Απαιτείται χρόνος για να μπορέσει να ανταπεξέλθει το άτομο στα συγκεχυμένα συναισθήματα που βιώνει. Ωστόσο, όσο κι αν η περίοδος αυτή μοιάζει με το θρήνο μετά από ένα θάνατο, στην περίπτωση της απώλειας της εργασίας δεν υπάρχει κάποια κοινωνικά αποδεκτή περίοδος προσαρμογής, ούτε κάποια τελετουργία που να αναγνωρίζει αυτήν την απώλεια. Αντιθέτως, αναμένεται από το άτομο να μείνει ενεργό και να κινητοποιηθεί άμεσα προς την εύρεση άλλης εργασίας. Ο κοινωνικός περίγυρος περιμένει από το άτομο να επιμείνει και να προσπαθήσει και δεν του δίνει τον απαραίτητο χρόνο προκειμένου να αντιμετωπίσει επαρκώς τα συναισθήματα που προκαλεί η απώλεια της εργασίας.

Η απώλεια της εργασίας είναι κάτι παραπάνω από ένα μεμονωμένο γεγονός που δημιουργεί πίεση. Είναι μια εξαιρετικά κρίσιμη μετάβαση στην πορεία της ζωής, μια διεργασία που έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή μας και είναι σημαντικό να την αναγνωρίσουμε ως τέτοια και να προσπαθήσουμε πρώτα να αντλήσουμε νόημα από αυτήν την απώλεια, πριν βρούμε τους τρόπους να προχωρήσουμε.


Βιβλιογραφική πηγή:
R. A. Neimeyer «Ν’ αγαπάς και να χάνεις». Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ.

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Οι προκλήσεις της μονογονεϊκότητας

                                                  από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών, δηλαδή των οικογενειών στις οποίες υπάρχει μόνο ένας γονέας. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων, όπως η αύξηση του αριθμού των διαζυγίων, ο αιφνίδιος ή μη θάνατος ενός γονέα ή η γέννηση παιδιών εκτός γάμου. 

Στο σύνολό τους, οι περισσότερες μονογονεϊκές οικογένειες έχουν επικεφαλής τη μητέρα, μια και, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις διαζυγίου, είναι συνηθέστερο να δίνεται η κηδεμονία των παιδιών σε αυτή. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και αρκετές μονογονεϊκές οικογένειες με επικεφαλής τον πατέρα. 

Η γονεϊκότητα αποτελεί μια σημαντική πτυχή στη ζωή ενός ατόμου και επιφέρει μια σειρά αλλαγών στην καθημερινότητά του. Πολλές από τις δυσκολίες των μονογονεϊκών οικογενειών είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρούνται σε μια οικογένεια με δύο γονείς. Η φροντίδα των βασικών αναγκών, η παροχή των αναγκαίων, η αντιμετώπιση των αναπτυξιακών δυσκολιών των παιδιών, η βοήθεια στα σχολικά καθήκοντα είναι μερικές από αυτές. Ωστόσο, τα προβλήματα αυτά μπορεί να φαίνονται πιο δύσκολο να τα διαχειριστεί ο γονέας που είναι μόνος και δεν έχει κάποιο υποστηρικτικό δίκτυο συγγενών ή φίλων. 

Η μονογονεϊκότητα ενδέχεται να δημιουργεί στο γονέα επιπρόσθετες πιέσεις, καθώς καλείται να αναπροσαρμόσει τη ζωή και τις προτεραιότητές του σε σημαντικό βαθμό. Ιδιαίτερα, στις μονογονεϊκές οικογένειες οι οποίες προκύπτουν μετά από ένα διαζύγιο μερικές από τις προκλήσεις που παρουσιάζονται είναι τα προβλήματα επίσκεψης και επιμέλειας, οι επιπτώσεις της συνεχιζόμενης σύγκρουσης μεταξύ των γονέων, η αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης δυσκολιών των παιδιών αναφορικά με την ψυχο-συναισθηματική τους προσαρμογή και τα προβλήματα που προκαλούνται, όταν ο γονέας αρχίζει να δημιουργεί νέες σχέσεις. Δεν είναι, μάλιστα, σπάνιο να γίνει αποδέκτης του μεγαλύτερου μέρους του αρνητισμού, της επαναστατικότητας και του θυμού των παιδιών εξαιτίας της διάλυσης της οικογένειας. Για τους λόγους αυτούς, χρειάζεται να διαχειριστεί τα προσωπικά του αρνητικά συναισθήματα προς τον/την πρώην σύζυγο και να φροντίσει έτσι, ώστε τα παιδιά να βρουν το χώρο να εκφράσουν την πικρία και το θυμό για τη νέα κατάσταση, καθώς και την επιθυμία τους να επικοινωνούν με  τον άλλο γονέα.

Επιπρόσθετα, ο γονέας επικεφαλής της μονογονεϊκής οικογένειας χρειάζεται να προβεί σε διαφοροποίηση αναφορικά με τον εργασιακό του ρόλο, ώστε να μπορεί να εξισορροπήσει τις αυξημένες οικονομικές ανάγκες της οικογένειας. Ιδιαίτερα, στις περιπτώσεις που ο άλλος γονέας δεν συμμετέχει ενεργά, έχει αποσυρθεί πλήρως από τη φροντίδα των παιδιών ή δεν υπάρχει, ενδέχεται να βιώνει υψηλά επίπεδα στρες και άγχους. Ιδιαίτερα, οι γυναίκες επικεφαλής αντιμετωπίζουν συχνότερα δυσκολίες αναφορικά με την εύρεση ή τη διατήρηση της εργασίας τους, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται σημαντικά η οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Αντίθετα, οι άνδρες επικεφαλής μονογονεϊκών οικογενειών φαίνεται να έχουν καλύτερες ευκαιρίες εργασίας και υψηλότερες χρηματικές απολαβές. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η μονογονεϊκότητα δεν ασκεί και σε αυτούς πιέσεις. Ένας άνδρας συχνά –αν και όχι πάντα- δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένος να αντιμετωπίζει και να φέρει σε πέρας της πολλαπλές απαιτήσεις της γονεϊκότητας, που περιλαμβάνουν τη συνεχή φροντίδα, την επιτήρηση, τη βοήθεια στα μαθήματα και την οριοθέτηση της συμπεριφοράς των παιδιών, καθήκοντα που παραδοσιακά είναι συνδεδεμένα με το μητρικό ρόλο. Συνεπώς, η μονογονεϊκότητα απαιτεί αναπροσδιορισμό και επανακαθορισμό των ενδο-οικογενειακών ρόλων.

Επιπλέον, οι ανάγκες των παιδιών σε σχέση με την ηλικία και το αναπτυξιακό τους επίπεδο αποτελούν μια ακόμη δυσκολία. Για παράδειγμα, τα περισσότερα παιδιά κατά την εφηβεία ενδεχομένως να αισθάνονται κάποια εχθρότητα προς τους γονείς τους, καθώς μεγαλώνουν και προσπαθούν να ανεξαρτητοποιηθούν. Όμως, όταν η οργή και η εξέγερση κατευθύνεται στο σύνολό της προς ένα πρόσωπο, μπορεί η κατάσταση να επιδεινωθεί. Επομένως, είναι σημαντικό ο γονέας και τα παιδιά να υιοθετήσουν νέα πρότυπα επικοινωνίας και να διαπραγματευθούν από την αρχή τη μεταξύ τους σχέση.

Τα παιδιά έχουν ανάγκες που χρειάζεται να ικανοποιηθούν και απαιτούν την προσοχή και το συνεχές ενδιαφέρον του γονέα, με αποτέλεσμα να περιορίζεται ο χρόνος που έχει στη διάθεσή του για να ασχοληθεί με τα προσωπικά του ενδιαφέροντα και να διατηρήσει τις κοινωνικές του επαφές. Η ύπαρξη προσωπικού χρόνου είναι απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση ώστε ο γονέας να μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας, καθώς παρέχει την ευκαιρία για ανασυγκρότηση των δυνάμεων, χαλάρωση και αποστασιοποίηση από τις καθημερινές δυσκολίες.

Όλα τα παραπάνω καθιστούν σαφές το γεγονός ότι ο/η επικεφαλής μιας μονογονεϊκής οικογένειας αντιμετωπίζει ένα ευρύ φάσμα πιέσεων και δυνητικών προβλημάτων σε διάφορα επίπεδα. Ωστόσο, η μονογονεϊκότητα αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για το γονέα να δοκιμάσει νέους ρόλους, να ενισχύσει τις δεξιότητες και τις ικανότητές του και να επιτύχει προσωπική ολοκλήρωση. Το σημαντικότερο είναι ότι η εμπειρία αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως ένα βασικό σημείο επαφής μεταξύ του γονέα και των παιδιών, φέρνοντας τους πιο κοντά και ενδυναμώνοντας τους οικογενειακούς δεσμούς. Αποτελεί, λοιπόν, πολύ περισσότερο μια πρόκληση παρά μια δυσκολία.   



Οι ποικίλες διαστάσεις των αδελφικών σχέσεων

                                                  από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής, τα αδέλφια δημιουργούν στενούς και ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους. Τα παιδιά έχει παρατηρηθεί ότι συνήθως εκδηλώνουν λύπη και στενοχώρια όταν αποχωρίζονται από τα αδέλφια τους και χαρά και ενθουσιασμό όταν ξαναβρίσκονται μαζί τους.

Οι αδελφικές σχέσεις παρέχουν ένα σημαντικό πλαίσιο εκμάθησης κοινωνικών δεξιοτήτων για τα παιδιά. Μέσα από την καθημερινή αλληλεπίδραση τους δίνεται η ευκαιρία να επικοινωνήσουν, να συνεργαστούν και να μοιραστούν. Για τα μικρότερα παιδιά τα μεγαλύτερα αδέλφια αποτελούν πρότυπα, δηλαδή πρόσωπα τα οποία μπορούν να μιμηθούν και από τα οποία μπορούν να μάθουν συμπεριφορές, κοινωνικές συνήθειες και οικογενειακές αξίες. Τα μικρότερα παιδιά παρατηρώντας τα αδέρφια τους αρχίζουν να κατανοούν τους ρόλους που αναμένεται να αναλάβουν μέσα στην οικογένεια αλλά και τους ρόλους που σχετίζονται με το φύλο τους. Αυτό, βέβαια, μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από τα παιχνίδια που παίζουν, όταν για παράδειγμα σχεδιάζουν φανταστικές ιστορίες και εμπλέκονται σε συμβολικό παιχνίδι.

Επίσης, οι αδελφικές σχέσεις παρέχουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα παιδιά πειραματίζονται με τα συναισθήματά τους. Οι έρευνες καταδεικνύουν ότι τα αδέλφια συχνά μοιράζονται μεταξύ τους όσα νιώθουν και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι μοιράζονται αυτές τις σκέψεις με τους γονείς τους. Έτσι, μέσα από την καθημερινή αλληλεπίδραση με τα αδέλφια τους μαθαίνουν να συζητούν για πράγματα που τους απασχολούν και να συναισθάνονται τους άλλους, να μπορούν δηλαδή να κατανοούν πώς νιώθουν οι άλλοι σε μια δεδομένη συνθήκη.

Μια άλλη πλευρά των αδελφικών σχέσεων είναι το χιούμορ. Τα αδέλφια χαίρονται και διασκεδάζουν μεταξύ τους παίζοντας παιχνίδια. Ειδικά τα μεγαλύτερα παιδιά μπορεί να προτρέπουν τα μικρότερα αδέλφια τους σε παιχνίδια λέξεων, αστεϊσμούς ή φανταστικά παιχνίδια και πειράγματα που αποτελούν μια αστείρευτη πηγή γέλιου. Γενικά, οι συζητήσεις και τα παιχνίδια μεταξύ των αδελφών διευρύνουν τις γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών και εμπλουτίζουν το λόγο τους.



Η βοήθεια και η αλληλεγγύη μεταξύ των αδελφών μπορεί να έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις σε περιπτώσεις που η οικογενειακή ζωή είναι τεταμένη ή υπάρχει ένταση στις συζυγικές σχέσεις. Τα αδέλφια μπορεί να αποτελούν το ένα για το άλλο ένα βασικό «χώρο» συναισθηματικής ασφάλειας, υποστήριξης και αλληλοβοήθειας, από όπου μπορούν να αντλήσουν τα απαραίτητα συναισθηματικά αποθέματα για να ανταπεξέλθουν με επιτυχία στις αντίξοες οικογενειακές συνθήκες που μπορεί να βιώνουν.

Είναι εντυπωσιακό ότι μεγαλύτερη έμφαση έχει δοθεί –τόσο σε έρευνες όσο και στις καθημερινές συζητήσεις- στις αρνητικές διαστάσεις των αδελφικών σχέσεων. Για παράδειγμα, συχνά γίνεται λόγος για την αντιπαλότητα και τους καβγάδες μεταξύ των αδελφών, αλλά και την αίσθηση των μεγαλύτερων παιδιών ότι χάνουν τα προνόμια που είχαν ως πρωτότοκα παιδιά από τα νεοφερμένα αδέρφια τους. Πολλοί γονείς παρατηρούν ότι τα παιδιά τους αντιδρούν άμεσα όταν αυτοί απευθύνουν την προσοχή σε ένα από τα αδέλφια τους, το οποίο αποδίδουν σε αντιζηλία. Πράγματι τέτοιες διαστάσεις στις αδελφικές σχέσεις δεν είναι σπάνιες, ωστόσο, στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν την ποικιλία των ανθρώπινων σχέσεων και θα μπορούσαμε να τις θεωρούσαμε περισσότερο ως τρόπους να πειραματιστούν τα παιδιά μέσα στις σχέσεις, να κατανοήσουν τις αλλαγές που συμβαίνουν, να προσπαθήσουν να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες, πρόσωπα, αλλά και στις μεταβαλλόμενες σχέσεις με τους σημαντικούς γι’ αυτά ανθρώπους, δηλαδή τους γονείς. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε ότι είναι ιδιαίτερος ο ρόλος που διαδραματίζουν οι γονείς και το πώς αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους σε αυτές τις περιπτώσεις, εν ολίγοις πώς «στέκονται» απέναντι σε δυο αδέλφια που μπορεί να μαλώνουν. Το να αφήνουμε κάποιες φορές τα παιδιά μας να διαπραγματευτούν τις διαφορές τους μόνα τους, μπορεί να τα βοηθήσει να έχουν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους και στον εαυτό τους ώστε να μπορούν να διεκδικούν τα ίδια για τον εαυτό τους τη θέση τους καταρχήν μέσα στην οικογένεια και κατ’ επέκταση σε άλλες κοινωνικές ομάδες αργότερα.

Επομένως, η αξία των αδελφικών σχέσεων για την ανάπτυξη του παιδιού είναι αδιαμφισβήτητη. Τα αδέλφια αλληλεπιδρώντας εμπλουτίζουν τις γνωστικές, γλωσσικές, κοινωνικές και συναισθηματικές τους δεξιότητες. Μαθαίνουν να συνυπάρχουν και να εξοικειώνονται με τον «άλλο». Και, συνήθως, τα αδέλφια αποτελούν για το άτομο ένα σταθερό συνοδοιπόρο για την υπόλοιπη ζωή.


Βιβλιογραφική πηγή:
Judy Dunn. Οι στενές προσωπικές σχέσεις των μικρών παιδιών. Εκδόσεις: Τυπωθήτω-ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ.





Ζητήματα της μέσης ηλικίας

                                                   από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Η μέση ηλικία θεωρείται αυθαίρετα ότι αρχίζει στην ηλικία των 40 ετών και εκτείνεται έως τα 60-65 έτη περίπου. Στο άρθρο αυτό, επιχειρείται μια επισκόπηση μερικών ζητημάτων που αφορούν την περίοδο αυτή, καθώς και οι συναισθηματικές τους προεκτάσεις.

Σωματικές αλλαγές
Οι πιο εμφανείς αλλαγές που σχετίζονται με τη μέση ηλικία είναι οι σωματικές. Οι πρώτες ρυτίδες και τα γκρίζα μαλλιά είναι μερικές μόνο ενδείξεις. Η όραση και η ακοή μειώνονται μετά την ηλικία των 50 ετών, ενώ ο χρόνος αντίδρασης και οι κινητικές δεξιότητες επιβραδύνονται σημαντικά. Για τις γυναίκες, μια αξιοσημείωτη μεταβολή είναι η εμμηνόπαυση που αποτελεί μέρος της κλιμακτηρίου η οποία περιλαμβάνει σειρά σωματικών και συναισθηματικών μεταβολών εξαιτίας των ορμονικών μεταβολών. Σωματικά συμπτώματα, όπως εξάψεις και νυχτερινή εφίδρωση συνοδεύουν την εμμηνόπαυση. Δημοφιλείς αντιλήψεις ότι οι πονοκέφαλοι και η αϋπνία οφείλονται στην εμμηνόπαυση δεν σχετίζονται με την πραγματικότητα. Τα περισσότερα σωματικά συμπτώματα που αποδίδονται στην εμμηνόπαυση σχετίζονται κυρίως με ιστορικό προβλημάτων του ατόμου στο παρελθόν και όχι αυτή καθεαυτή την εμμηνόπαυση. Στο συναισθηματικό τομέα, ορισμένες γυναίκες μπορεί να νιώθουν εξαιτίας της εμμηνόπαυσης κατάθλιψη και ότι είναι πλέον λιγότερο θηλυκές σε σχέση με το παρελθόν. Για κάποιες που επέλεξαν να μην κάνουν παιδιά μπορεί να δημιουργηθεί μια αίσθηση απώλειας ή μεταμέλειας. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι περισσότερες γυναίκες δεν αντιδρούν αρνητικά στην εμμηνόπαυση. Μάλιστα, έρευνες δείχνουν μείωση των συναισθηματικών δυσκολιών μετά την εμμηνόπαυση σε σύγκριση με το παρελθόν. Πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι νιώθουν περισσότερη ελευθερία και ότι ελέγχουν τη ζωή τους, καθώς και μια αίσθηση ανακούφισης. Ωστόσο, ιδιαίτερο ρόλο στο πώς αντιλαμβάνονται τις σωματικές αλλαγές κατέχει το πολιτισμικό πλαίσιο και πώς το κοινωνικό σύνολο αντιλαμβάνεται την είσοδο στη γήρανση. Σε πολιτισμούς όπου δίνεται έμφαση στη νεότητα και στην ελκυστικότητα, οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες μπορεί να βιώνουν αρνητικά συναισθήματα σε μεγαλύτερο βαθμό. Μολονότι για τους άνδρες δεν υπάρχει κάποιο γεγονός συγκρίσιμο με την εμμηνόπαυση και αυτοί βιώνουν σωματικές και συναισθηματικές μεταβολές εξαιτίας της γήρανσης. Οι μεταβολές στους άνδρες σχετίζονται κυρίως με τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική επιθυμία και δραστηριότητα, που μπορεί να έχει ως συνέπεια την μείωση της αυτοπεποίθησης, ευερεθιστότητα, κόπωση ή κατάθλιψη. Ωστόσο, αυτό δεν αφορά την πλειονότητα και είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη ότι κάθε άνθρωπος μεγαλώνει και αναπτύσσεται με διαφορετικό ρυθμό και ο καθένας μπορεί να διευκολύνει και να περιορίσει τις δυσάρεστες πλευρές των αλλαγών που συντελούνται σε σωματικό επίπεδο, αλλά και τον τρόπο που τις βιώνει.  




Η αυτονόμηση των παιδιών
Συχνά, κατά τη διάρκεια της μέσης ηλικίας σημαντικές αλλαγές υφίστανται οι ενδο-οικογενειακές σχέσεις. Οι μεσήλικες καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις τους με τα ενήλικα πια παιδιά τους, να αποδεχτούν την αναπόφευκτη αυτονόμηση και την ανεξάρτητη ζωή των παιδιών και να μάθουν να διατηρούν με αυτά σχέσεις που στηρίζονται πλέον περισσότερο στην αμοιβαιότητα και λιγότερο στην εξάρτηση. Για ορισμένες οικογένειες η αναχώρηση των παιδιών από το σπίτι είναι σχετικά εύκολη υπόθεση και χαρακτηρίζεται από παροχή στήριξης προς τα παιδιά  κατά την ανάληψη υπεύθυνων ρόλων ενηλίκων, από μεγαλύτερη διαλλακτικότητα και περισσότερο σεβασμό και εμπιστοσύνη στην κρίση και στις επιλογές των παιδιών, καθώς αυτά ενηλικιώνονται και πορεύονται προς την ωριμότητα. Αναμφισβήτητα, το να φύγουν τα παιδιά από το σπίτι και να αυτονομηθούν είναι σημαντική αλλαγή για τους μεσήλικες γονείς. Συχνά, το φαινόμενο αυτό αναφέρεται ως «άδεια φωλιά», με την έννοια ότι οι γονείς επιστρέφουν σε ρόλους και ενδιαφέροντα που είχαν προηγουμένως βάλει στην άκρη. Το ότι δεν είναι πια γονείς με την έννοια που ήταν στο παρελθόν πιθανότατα τους δημιουργεί την αίσθηση κενού. Επίσης, μπορεί να αισθάνονται αποξενωμένοι ο ένας σύζυγος με τον άλλο, με διαφορετικά ενδιαφέροντα και επιδιώξεις. Συχνά, οι μητέρες αναφέρουν δυσαρέσκεια εξαιτίας της αυτονόμησης των παιδιών, ωστόσο έρευνες δείχνουν ότι αυτή η δυσαρέσκεια σχετίζεται περισσότερο με το γάμο, τη σχέση με το σύζυγο και τις συνθήκες εργασίας, παρά με το ότι έχουν φύγει τα παιδιά από το σπίτι. Τελικά, η αυτονόμηση των παιδιών για πολλούς γονείς μπορεί να είναι ιδιαίτερα θετική αλλαγή, καθώς συνοδεύεται από μεγαλύτερη αποδέσμευση, αίσθηση ελευθερίας και πιθανότατα επιπλέον εισόδημα. Πολλές φορές το διάστημα αυτό και η αποδέσμευση από το ρόλο και τις ευθύνες του γονέα δίνει στους μεσήλικες την ευκαιρία να έχουν περισσότερο χρόνο για τον εαυτό τους και ευκαιρίες να ασχοληθούν με καινούργια πράγματα ή να ανακαλύψουν νέα ενδιαφέροντα. Μάλιστα, τα ζευγάρια που αποδέχονται την απουσία των παιδιών, επενδύουν περισσότερο στη μεταξύ τους σχέση και την ενδυναμώνουν.  



Σχέσεις με τους ηλικιωμένους γονείς
Οι μεσήλικες συχνά λέγεται ότι βρίσκονται μεταξύ δυο γενεών: τα ενήλικα παιδιά τους, αλλά και τους ηλικιωμένους τους γονείς. Τα μεσήλικα παιδιά είναι πιθανό να κατοικούν σχετικά κοντά στους γονείς τους, ενώ ένα μικρό πια ποσοστό κατοικούν στην ίδια στέγη, αν και αυτός ο διακανονισμός σχετίζεται κυρίως με οικονομικές δυσχέρειες και σοβαρές ασθένειες των ηλικιωμένων γονέων. Η επαφές των μεσήλικων παιδιών με τους γονείς τους είναι τακτικές και χαρακτηρίζονται από αλληλοϋποστήριξη και συσπείρωση σε περιόδους δυσκολιών. Η βοήθεια συνήθως έχει πρακτική μορφή. Κατά την περίοδο αυτή, η κατεύθυνση της βοήθειας φαίνεται να μεταβάλλεται. Ενώ κατά τη νεότητα, τα παιδιά λάμβαναν τη βοήθεια των γονιών, τώρα τα μεσήλικα παιδιά είναι αυτά που τείνουν να έχουν το ρόλο του ατόμου που φροντίζει. Το πώς θα συμπεριφερθούν οι μεσήλικες στους ηλικιωμένους γονείς τους συχνότερα εξαρτάται από τις εμπειρίες ζωής τους, αλλά και τη φάση του κύκλου ζωής της οικογένειας και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην οικογένεια και το επάγγελμα. Συχνά, οι γυναίκες μέσης ηλικίας, που αναλαμβάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό την ευθύνη για τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων, μπορεί να αισθάνονται εγκλωβισμένες. Η φροντίδα παρέχει ανταμοιβές αλλά μπορεί να δημιουργήσει πίεση και άγχος. Κάποιες φορές, μπορεί να αναζωπυρωθούν παλιές συγκρούσεις και θέματα εξάρτησης και ανεξαρτησίας. Οι συγκρούσεις, η μείωση ελεύθερου χρόνου και ελευθερίας και οι τρέχουσες δραστηριότητες της οικογένειας μπορεί να ασκήσουν επιπρόσθετη πίεση στα άτομα μέσης ηλικίας. Ωστόσο, οι περισσότεροι καταφέρνουν τελικά να ανταποκριθούν με επιτυχία σε αυτές τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις.

Η μέση ηλικία είναι περίοδος κρίσης ή μετάβασης;
Το πότε αρχίζει και πότε τελειώνει η μέση ηλικία δεν είναι σαφές. Η περίοδος αυτή αποτελεί μια κατασκευή του εικοστού αιώνα και αυτό που φαίνεται να ισχύει είναι ότι οι εμπειρίες ζωής του ατόμου είναι αυτές που καθορίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τη διάρκεια και τα όριά της. Άλλωστε, όπως και κάθε άλλη περίοδος ανάπτυξης του ανθρώπου, η μέση ηλικία επηρεάζεται περισσότερο από τις οικονομικές συνθήκες, την κοινωνική τάξη, το πολιτισμικό πλαίσιο και τις ιστορικές συγκυρίες. Για ορισμένους μπορεί να δημιουργεί αναστάτωση και δυσαρέσκεια και να αποτελεί περίοδο κρίσης. Για άλλους μπορεί να είναι μια περίοδος μετάβασης σε ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το πώς κάθε άνθρωπος βλέπει και αντιμετωπίζει τη μέση ηλικία σχετίζεται με ποικιλία εξωτερικών παραγόντων, με τη γενικότερη στάση που έχει προς τη ζωή αλλά και την ιδιαίτερη προσωπικότητά του.

Βιβλιογραφική πηγή:
Craig, G. J. & Baucum, D. (2008). Η ανάπτυξη του ανθρώπου. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.


Ζητήματα εξάρτησης και ανεξαρτησίας κατά τη νεότητα

                                                   από την Άννα Ιωαννίδου, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο


Μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος ανάπτυξης είναι η νεότητα, η οποία περιλαμβάνει τις δεκαετίες των 20 και 30 ετών. Η νεότητα χαρακτηρίζεται κυρίως από την αλλαγή πλαισίου. Το άτομο φεύγει από την οικογένεια που προέρχεται, την οικογένεια καταγωγής, και μεταβαίνει προς την οικογένεια που πιθανότατα να κάνει. Αν επιλέγαμε με μια λέξη να χαρακτηρίσουμε αυτήν την περίοδο, θα διαλέγαμε τη λέξη «ανάμεσα».

Το διάστημα αυτό, ο νέος αρχίζει να θέτει προσωπικούς στόχους και να εξατομικεύεται, δηλαδή αποκτά και δομεί την προσωπική του ταυτότητα πριν να εισέλθει σε οποιοδήποτε άλλο οικογενειακό σύστημα. Καλείται να αναλάβει την πλήρη ευθύνη του εαυτού του και να εγκαταλείψει την προσδοκία ότι θα έχει τη διαρκή βοήθεια των γονιών του, δηλαδή κάτι περισσότερο από την απλή απομάκρυνση από τον έλεγχο των γονιών. Οι νέοι καλούνται να εστιαστούν στον εαυτό, να δείξουν επιμονή και πειθαρχία, να πειραματιστούν και να είναι σαφώς προσανατολισμένοι προς τους στόχους που έχουν θέσει. Βασική συναισθηματική διαδικασία είναι η ανάληψη της συναισθηματικής και οικονομικής ευθύνης του εαυτού, ενώ άλλοι σημαντικοί στόχοι είναι η ανάπτυξη στενών σχέσεων με τους συνομήλικους και η εγκαθίδρυση εργασιακής και οικονομικής ανεξαρτησίας.




Σημαντικό ζήτημα αποτελεί η διαφοροποίηση του ατόμου από την οικογένεια καταγωγής και, για το λόγο αυτό, πιθανότατα τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την οικογένεια καταγωγής αποτελούν κεντρικά σημεία για την εξέλιξή του. Η ανεξαρτησία των νεαρών ενηλίκων από την οικογένεια μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Η πρώτη είναι η συναισθηματική ανεξαρτησία, κατά την οποία ο νεαρός ενήλικος εξαρτάται ολοένα και λιγότερο από τους γονείς του ως προς την κοινωνική και ψυχολογική στήριξη. Η ιδεολογική ανεξαρτησία συμπεριλαμβάνει την υιοθέτηση στάσεων, αξιών, και πεποιθήσεων διαφορετικών ίσως από εκείνων των γονιών. Η οικονομική ανεξαρτησία και η δυνατότητα του ατόμου να αντιμετωπίζει τις καθημερινές δυσκολίες είναι μια  ακόμη μορφή της ανεξαρτησίας. Όλες αυτές, συνθέτουν την πλήρη ανεξαρτησία η οποία αναφέρεται στον επιτυχή αποχωρισμό από τους γονείς χωρίς αισθήματα ενοχής ή προδοσίας.

Το άτομο χρειάζεται να αποχωριστεί από την οικογένεια από όπου προέρχεται, χωρίς να διακόψει απότομα τους δεσμούς ή να καταφύγει με αντιδραστικό τρόπο σε ένα άλλο συναισθηματικό υποκατάστατο. Από μελέτες φαίνεται ότι οι νέοι που τα καταφέρνουν καλύτερα είναι εκείνοι που μπορούν να διαφοροποιηθούν από το «συναισθηματικό πρόγραμμα» της οικογένειάς τους. Αντίθετα, οι νέοι που αποκόπτουν βιαίως τους γονείς τους συνήθως μοιάζουν να παραμένουν συναισθηματικά κοντά στο οικογενειακό «πρόγραμμα». Το «πρόγραμμα» αυτό περιλαμβάνει τις αξίες που έχουν εμφυσηθεί στο άτομο, τις προσδοκίες της οικογένειας για το μέλλον του και τα όνειρα των γονιών για το άτομο.

Δυσκολίες που μπορούν να προκύψουν κατά αυτήν την περίοδο είναι η μη αναγνώριση εκ μέρους των ίδιων των νέων ή και της οικογένειάς τους της ανάγκης να σχετίζονται μεταξύ τους με λιγότερο ιεραρχικό τρόπο καθώς είναι πλέον ενήλικοι. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί όταν από την πατρική οικογένεια ενθαρρύνεται η εξάρτηση των νέων ή όταν οι νέοι καθυστερούν και παραμένουν εξαρτημένοι. Τέτοιες δυσκολίες προκύπτουν συχνά σε σχέση με τον επαγγελματικό τομέα. Τα ζητήματα επαγγελματικής σταδιοδρομίας είναι μεγάλης σημασίας και το άτομο μπορεί να βιώνει υψηλό άγχος ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που δεν έχει ξεκινήσει ακόμη να εργάζεται στο επάγγελμα που έχει επιλέξει ή δεν έχει ακόμη δεσμευτεί σε μια συγκεκριμένη εκπαίδευση. Το συχνό φαινόμενο επιστροφής στην οικογένεια μπορεί να δημιουργήσει εντάσεις στις ενδοοικογενειακές σχέσεις και να δυσχεραίνει περαιτέρω τις διαδικασίες εξατομίκευσης/ανεξαρτησίας.

Για τους γονείς στην οικογένεια καταγωγής η περίοδος της νεότητας εγείρει επίσης σημαντικές δυσκολίες. Οι γονείς συχνά μπορεί να βιώνουν αισθήματα απογοήτευσης σε σχέση με το πώς αποφασίζουν οι νέοι να προχωρήσουν στη ζωή τους, μπορεί να νιώθουν ότι τους απορρίπτουν, καθώς, επίσης, ότι χάνουν ένα σημαντικό κομμάτι της ταυτότητάς τους, εκείνο του γονέα. Συνεπώς, είναι και γι’ αυτούς μια περίοδος έντονων αλλαγών και ανακατατάξεων.

Η οικογένεια από την οποία προερχόμαστε αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα πλαίσια ανάπτυξης. Οι οικογενειακές σχέσεις και εμπειρίες φαίνεται να επηρεάζουν το ποιοι είμαστε και το ποιοι θα γίνουμε. Είναι, επομένως,  σημαντικό να υπάρχει και από τις δύο πλευρές, νέων και γονέων, σεβασμός προς την ατομικότητα, αλλά και να διατηρούνται τα όρια μεταξύ των ατόμων. Οι νέοι χρειάζεται να αποφύγουν να αλλάξουν τους γονείς τους, αλλά και να υπακούσουν στις προσδοκίες των γονιών σε βάρος των προσωπικών τους ονείρων. Από την άλλη πλευρά οι γονείς καλούνται να έχουν με τα ενήλικα πια παιδιά τους σχέσεις ισότιμες και αμοιβαία ανταποδοτικές. Νέοι και γονείς χρειάζεται να επαναδιαπραγματευθούν τις σχέσεις τους ως σχέσεις ενηλίκων, προκειμένου ολόκληρη η οικογένεια να μπορέσει  να προχωρήσει.

Η νεότητα μπορεί, λοιπόν, να ειδωθεί ως μια ευκαιρία για τους νέους να επιλέξουν ποια πράγματα θα πάρουν μαζί τους και ποια θα αφήσουν πίσω στην οικογένεια καταγωγής, τι θα δημιουργήσουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους και πώς θα αποφασίσουν να πορευτούν στην υπόλοιπη ζωή τους. Αλλά, ταυτόχρονα, και μια ευκαιρία για ολόκληρη την οικογένεια να «μεγαλώσει».

Βιβλιογραφικές πηγές:
Carter, B. & McGoldrick, M. (1989). The changing family life cycle. Allyn & Bacon.
Craig, J. & Baucum, D. (2008). Η ανάπτυξη του ανθρώπου. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.




Ξεκινώντας το σχολείο: όταν δυσκολεύεται η μαμά

                                                         από την Όλγα Μάντη, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο

Η αρχή του σχολείου είναι μια σημαντική στιγμή στην ανάπτυξη ενός παιδιού. Μπορεί να προκαλεί ενθουσιασμό αλλά και φόβο τόσο στο παιδί, όσο και στους γονείς.

Για το παιδί μπορεί να σημαίνει γνωριμία με νέα μέρη, καινούριους ανθρώπους και νέους κανόνες. Για σας μπορεί να σηματοδοτεί την επιστροφή στην εργασία ή στα οικιακά, χωρίς το παιδί. Ίσως να είναι η πρώτη φορά που αποχωρίζεστε το παιδί σας για τόσες ώρες.

Το παιδί σας μπορεί να είναι ενθουσιασμένο που πηγαίνει σχολείο, χωρίς ίχνος άγχους, και να τρέξει έτοιμο από την πρώτη μέρα αφήνοντάς σας μόνη και θλιμμένη που το αποχωρίζεστε. Αν συμβαίνει αυτό, το παιδί σας αισθάνεται δυνατό, ασφαλές και ικανό να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα πρόκληση.


Ωστόσο, είναι σημαντικό οι γονείς να σκεφτούν τον αντίκτυπο του ξεκινήματος του σχολείου στους ίδιους, καθώς αυτή μπορεί να είναι μια δύσκολη περίοδος για εκείνους. Για κάποιους γονείς το ξεκίνημα του σχολείου σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητοι πια συνεχώς στο παιδί τους, κάτι που μπορεί να είναι δύσκολο να αντιμετωπίσουν.

Μπορεί να είναι πολύ επίπονο να ρωτάς το παιδί σου τι έκανε στο σχολείο όλη μέρα και να σου απαντά “τίποτα!”. Μπορεί να λέει τίποτα, αλλά έκανε ίσως τόσα πολλά που δεν έχει τον τρόπο να τα μοιραστεί.
Θυμηθείτε ότι είστε ακόμα το πιο σημαντικό πρόσωπο για το παιδί σας, ακόμα και αν δεν φαίνεται όταν μιλάει συνέχεια για τους φίλους ή τη δασκάλα του. Μπορείτε να συμμετέχετε και εσείς σ' αυτό αν ασχοληθείτε με το σχολείο και γνωρίσετε αυτούς τους νέους φίλους.

Μπορεί να βοηθήσει να θυμάστε ότι πολλοί άλλοι γονείς αφήνουν τα παιδιά τους στο σχολείο για πρώτη φορά και έχουν παρόμοια συναισθήματα. Η δημιουργία σχέσεων μαζί τους μπορεί να είναι βοηθητική. Μπορείτε να μοιραστείτε τα συναισθήματά σας σε μια συνάντηση μαζί τους και μπορείτε να το βρείτε διασκεδαστικό ότι έχετε επιτέλους χρόνο για τον εαυτό σας και συναναστρέφεστε με άλλους ενήλικες, κάτι που πριν δεν προλαβαίνατε να κάνετε.

Αν γυρίζετε στην εργασία σας μπορεί να σας δυσκολεύει να φέρετε βόλτα τη δουλειά και την οικογένεια. Σε περίπτωση που πιστεύετε ότι δεν τα καταφέρνετε μπορείτε να ζητήσετε τη βοήθεια ανθρώπων που εμπιστεύεστε όπως του συζύγου σας, φίλων, ή της οικογένειας. Όταν συνηθίσετε αυτή τη ρουτίνα τα πράγματα θα πηγαίνουν πιο ομαλά.

Μην πιέζεστε να είστε η τέλεια μαμά. Καμιά δεν είναι. Όλοι οι εργαζόμενοι γονείς δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.

Πηγή: 
Understanding your child... Starting primary school, The Tavistock and Portman NHS foundation trust.

Ξεκινώντας το σχολείο: όταν δυσκολεύεται το παιδί

                                                         από την Όλγα Μάντη, MSc Σχολική & Εξελικτική Ψυχολόγο

Η αρχή του σχολείου είναι μια σημαντική στιγμή στην ανάπτυξη ενός παιδιού. Μπορεί να προκαλεί ενθουσιασμό αλλά και φόβο τόσο στο παιδί, όσο και στους γονείς.
Για το παιδί μπορεί να σημαίνει γνωριμία με νέα μέρη, καινούριους ανθρώπους και νέους κανόνες. Για σας μπορεί να σηματοδοτεί την επιστροφή στην εργασία ή στα οικιακά, χωρίς το παιδί. Ίσως να είναι η πρώτη φορά που εσείς και το παιδί σας αποχωρίζεστε για τόσες ώρες. Η αλλαγή έχει συνέπειες για όλη την οικογένεια.

Άλλα παιδιά αντιμετωπίζουν αυτή τη μεταβατική περίοδο εύκολα και άλλα δυσκολεύονται περισσότερο, αλλά γενικότερα κάποιος βαθμός δυσκολίας είναι συνηθισμένο φαινόμενο.
Ξεκινώντας το σχολείο το παιδί θα χρειαστεί να κάνει πολλούς συμβιβασμούς. Πρέπει να αποχωριστεί τους γονείς και να χάσει την αποκλειστική σχέση μαζί τους και να αφήσει πίσω του την περίοδο που ήταν ένα μωράκι. Ίσως δυσκολεύεται περισσότερο αν το μικρό του αδελφάκι παραμένει στο σπίτι με τη μαμά και ίσως είναι ευκολότερο αν το μεγαλύτερο αδελφάκι του πηγαίνει ήδη σχολείο.

Όταν ξεκινήσει το σχολείο το παιδί σας μπορεί να έχει αρνητικά συναισθήματα και αυτά μπορεί να αντανακλώνται σε δύσκολη συμπεριφορά. Το παιδί που γινόταν ένα μεγάλο αγόρι ή κορίτσι ξαφνικά μπορεί να υιοθετεί συμπεριφορές μικρότερου παιδιού και να σας δυσκολεύει.

·         Θυμός
Το παιδί μπορεί να βιώνει συναισθήματα εγκατάλειψης από τον γονιό, ειδικά αν έχει επιστρέψει στην εργασία του και αυτό μπορεί να το κάνει να θυμώνει. Αυτός ο θυμός είναι πιθανόν να μην εκφράζεται ανοιχτά προς εσάς που είστε το αγαπημένο του πρόσωπο, αλλά να στρέφεται προς άλλα πρόσωπα, όπως τα αδέλφια ή τους συνομήλικους ή προς τον εαυτό ακόμα. Είναι σύνηθες όταν ένα παιδί δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει ένα γεγονός που δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Αν το παιδί σας είναι επιθετικό προς άλλα παιδιά χρειάζεται έναν ευαίσθητο ενήλικα που θα προσπαθήσει να κατανοήσει το λόγο της κακής συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα όμως, χρειάζεται να είναι αυστηρός σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι όχι.
Μπορεί επίσης, το παιδί να εκφραστεί με εκρήξεις θυμού, καθώς αρχίζει να αισθάνεται εκτός ελέγχου. Αυτές οι εκρήξεις θυμού είναι συνήθως δύσκολες καταστάσεις για τους γονείς, ειδικά ύστερα από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά. Θυμηθείτε ότι είναι ένα υγιές σημάδι ότι το παιδί νιώθει αρκετή ασφάλεια, ώστε να εκφράσει ανοιχτά τα αρνητικά συναισθήματά του. Το κάνει γνωρίζοντας ότι το αγαπάτε και δεν θα πάψετε να το αγαπάτε. Μετά το επεισόδιο πείτε του ότι είναι εντάξει να είναι θυμωμένο και ρωτήστε αν κάτι συγκεκριμένο το έκανε να θυμώσει. Συζητήστε μαζί του δίνοντάς του την ευκαιρία να μιλήσει και προτείνετε ότι ο θυμός μπορεί να έχει σχέση με το σχολείο.



·         Άγχος
Το παιδί μπορεί να αισθάνεται γενικό άγχος για το καινούριο σχολείο και τα νέα πρόσωπα, φόβο για το άγνωστο και φόβο για το τι θα του συμβεί. Το άγχος αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε εμφάνιση παράλογων φόβων που δεν είχε μέχρι τώρα, για διάφορα πράγματα. Μπορεί επίσης, να εκφραστεί με τη μορφή επιθετικής συμπεριφοράς προς τους συμμαθητές. Ακόμα, μπορεί να μην εκφράζεται καθόλου τη μέρα, αλλά να εμφανίζεται τη νύχτα με τη μορφή εφιαλτών. Τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να γίνουν άσχημα όνειρα. Οι εφιάλτες, εξάλλου, φέρνουν κοντά στο παιδί τη νύχτα, τους γονείς που αποχωρίζεται τη μέρα.
Αν το παιδί σας έχει άγχος, προσπαθήστε να μιλήσετε θετικά για τη δική σας εμπειρία στο σχολείο, ώστε να μην του μεταδώσετε τους φόβους σας. Θυμίστε στο παιδί ότι στο παρελθόν έχει καταφέρει να ξεπεράσει τους φόβους του και ενθαρρύνετέ το λέγοντας ότι και σε αυτή την περίπτωση θα τα καταφέρει.
Αν έχει συνηθίσει να σας βλέπει στη διάρκεια όλης της μέρας, μπορεί να ανησυχεί για το πού είστε και τι κάνετε. Καθησυχάστε το παιδί μιλώντας για τη μέρα σας και ρωτώντας για τη δική του. Μπορείτε να του δείξετε ότι θα έχει την προσοχή και την αγάπη σας αφιερώνοντας του περισσότερο χρόνο το απόγευμα ή το Σαββατοκύριακο.
Μπορείτε επίσης, να του δώσετε τη δυνατότητα να πάρει ενεργά μέρος στην προετοιμασία για το σχολείο, παίρνοντάς το μαζί για να ψωνίσετε τα απαραίτητα σχολικά και ρούχα, κάτι που θα το γεμίσει ενθουσιασμό.
Δώστε του όσες περισσότερες πληροφορίες μπορείτε. Αν είναι δυνατόν επισκεφτείτε μαζί το χώρο του σχολείου πριν την έναρξη της χρονιάς.
Δώστε του ένα αγαπημένο του αντικείμενο μαζί στο σχολείο, που θα συνδέσει το σχολείο με την οικογένεια και θα του υπενθυμίζει ότι το αγαπάτε.
Αν εμφανίσει φοβίες, το παιδί έχει ανάγκη από κάποιον που μπορεί να ακούσει τους φόβους του, τους παίρνει στα σοβαρά και προσπαθεί να το κατανοήσει.

·         Ζήλεια
Το παιδί μπορεί να αισθάνεται ζήλεια για το μικρότερο αδελφάκι. Μπορεί να έχει ανάγκη για περισσότερο ντάντεμα και έτσι να επανεμφανιστούν ζήλειες που είχαν περάσει. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει εντάσεις ανάμεσα στα αδέλφια και τσακωμούς.
Αυτές οι καταστάσεις συνήθως δυσκολεύουν τους γονείς, που συνήθως αναρωτιούνται πώς πρέπει να αντιδράσουν. Φυσικά οι γονείς χρειάζεται να παρεμβαίνουν όταν τα πράγματα φεύγουν από τον έλεγχο, και κυρίως όταν πρόκειται για μικρά αδέλφια και να θέσουν όρια στη συμπεριφορά τους.
Θυμηθείτε ότι η κατάσταση είναι δυσάρεστη, αλλά έτσι τα παιδιά μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν συναισθήματα αντιπαλότητας και μίσους στο ασφαλές περιβάλλον του σπιτιού και αυτό τα βοηθά να αναπτυχθούν.

Ο ποιοτικός χρόνος με το παιδί ξεχωριστά, μπορεί να βοηθήσει να καθησυχαστεί ότι κατέχει ακόμα μια σημαντική θέση στην οικογένεια.

Πηγή:
Understanding your child... Starting school, The Tavistock and Portman NHS foundation fund.